Του Νίκου Σερβετά*

(Σκηνές απείρου κάλλους - Κατάθεση μνήμης διπλωματικών κινήσεων υψηλού επιπέδου)

Είναι καλοκαίρι του 1992, για την ακρίβεια 4 Ιουνίου. Ζω στη Σουηδία και, μεταξύ άλλων, συνεργάζομαι με μεγάλο, τότε, Αθηναϊκό ραδιοφωνικό σταθμό.
Την προηγούμενη μέρα, στο δημοψήφισμα που έχει γίνει οι Δανοί έχουν πει «Όχι» στη Συνθήκη του Μάαστριχ. Αμέσως συγκαλείται στο Όσλο έκτακτη διάσκεψη του ΝΑΤΟ, με ουσιαστικό αντικείμενο τον χειρισμό του θέματος της Δανίας.

Πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών στην Ελλάδα είναι την περίοδο αυτή ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Το «Μακεδονικό» βρίσκεται στο φόρτε του και έχει ήδη κατατεθεί η περίφημη πρόταση Πινέϊρο. Ήταν, λοιπόν, βέβαιο ότι στο παρασκήνιο της διάσκεψης θα συζητιόταν και το «Μακεδονικό». Ο όρος FYROM δεν είχε ακόμη κατοχυρωθεί.

Όπως ο ίδιος ο Πορτογάλος πολιτικός εξηγούσε χρόνια αργότερα – 23/12/2007- σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή»: «Πρέπει να θυμηθούμε την πολιτική κατάσταση στην περιοχή. Πρότεινα το όνομα ‘Νέα Μακεδονία’ και ταυτόχρονα να δοθεί στην Ελλάδα καθεστώς υπερδύναμης στην περιοχή, δεδομένου ότι η συνεργασία που προτείναμε βασιζόταν στην Ελλάδα, τα πάντα θα βασίζονταν στην Ελλάδα. Πίστευα ότι αυτό θα ήταν καλό για την Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί θα βοηθούσε την οικοδόμηση εμπιστοσύνης».

Θα ήταν 6 ή 7 το πρωί όταν χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι μου, δεν υπήρχαν τότε κινητά. «Φεύγεις αμέσως για το Όσλο, βγαίνεις σε κάθε δελτίο και αν προκύψει κάτι άλλο διακόπτουμε το πρόγραμμα», μου είπε στέλεχος του σταθμού.
Στο Όσλο βρήκα δύο ακόμα συναδέλφους που κάλυπταν ελληνικά μέσα. Ο ένας πολύ έμπειρος, ο άλλος στην ηλικία μου.

Στη διάσκεψη του ΝΑΤΟ συμμετείχαν, εκτός από τον Πινέϊρο, πλήθος Ευρωπαίων πολιτικών, υψηλόβαθμα στελέχη κυβερνήσεων, αν θυμάμαι καλά ήταν και κάποιοι πρωθυπουργοί. Επικεφαλής της ελληνικής αποστολής, που θεωρήθηκε υποβαθμισμένη, ήταν ο υφυπουργός Εξωτερικών, Γιάννης Τζούνης.

Σκηνή 1: Εξελίσσεται η διάσκεψη, σε μεγάλο ξενοδοχείο του Όσλο, οι δημοσιογράφοι περιμένουν έξω από την αίθουσα. Κόσμος μπαίνει και βγαίνει, οι δημοσιογράφοι πέφτουν επάνω στους πολιτικούς παράγοντες, μαθαίνουν, μεταδίδουν. Όλη την ημέρα δεν βγήκε από την αίθουσα ούτε ένα μέλος της ελληνικής αποστολής, ότι μεταδίδαμε το μαθαίναμε από τους ξένους, τους οποίους πολλές φορές χρειάστηκε να ρωτήσουμε, «τι είπε ο Έλληνας εκπρόσωπος;». Το απόγευμα και αφού έληξαν οι εργασίες της πρώτης ημέρας, βλέπουμε, επιτέλους, τον Τζούνη. Προσπαθεί να μας προσπεράσει. «Να σε ρωτήσω υπουργέ μου», του λέει ο έμπειρος. «Οι άλλοι βγαίναν κάθε τέταρτο και δίναν συνεχώς στο Ρώυτερς, εσείς ούτε για κατούρημα δεν χρειάστηκε να βγείτε, ούτε για κατούρημα;». Ο Τζούνης μάσησε τα λόγια του, χωρίς ουσιαστικά να δώσει απάντηση...

Σκηνή 2: Βράδυ πρώτης ημέρας, δείπνο στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Στο κέντρο της αίθουσας μεγάλα τραπέζια για τους επικεφαλής των αποστολών και τους θεσμικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων και ο Πινέιρο, τριγύρω τραπέζια για μέλη αποστολών και διαπιστευμένους δημοσιογράφους. Οι τρεις συμφωνούμε να καθίσουμε σε ξεχωριστό τραπέζι ο καθένας, να μαζέψουμε ότι πληροφορία μπορούσαμε και, ως είθισται, να βρεθούμε αργότερα να τα πούμε. Την ώρα που πάμε να πάρουμε τις θέσεις μας, πλησιάζει ομάδα της ελληνικής αντιπροσωπείας και ένας απ’ αυτούς μας ρωτάει: «Ρε παιδιά, εσείς που ξέρετε, έχει να πάμε να φάμε κάπου καλά, όχι όπως εδώ μέσα;»...

Σκηνή 3: Μεσημέρι της επόμενης. Έχει λήξει η διάσκεψη, στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου γίνεται το τσεκ άουτ. Κάθομαι στον καναπέ απέναντι από τη ρεσεψιόν και με κάποιον συζητάω. Ακούω κυρία της ελληνικής αποστολής, με αγγλικά Στρατηγάκη να λέει δυνατά: «I have trouble» (έχω πρόβλημα). Μικροταραχή, μαζεύεται κόσμος γύρω της. Απευθυνόμενη σε νεαρή κοπέλα, επίσης μέλος της ελληνικής αποστολής, της λέει: «Εξήγησέ της, παιδί μου, διότι της μιλάω και δεν καταλαβαίνει» – μίλαγε η κυρία στη ρεσεψιονίστ και δεν καταλάβαινε αγγλικά η Νορβηγίδα ρεσεψιονίστ – «επειδή μέχρι σήμερα πλήρωνε τα έξοδα το ΝΑΤΟ και εμείς θέλουμε να μείνουμε, μια που ήρθαμε, αλλά θα πάμε σε άλλο ξενοδοχείο που είναι πιο φθηνό, έχω αγοράσει κάτι σολομούς, για να μην τους κουβαλάω μαζί μου μπορώ να τους αφήσω εδώ και να τους πάρω όταν φύγουμε για Αθήνα;»
Κι επέστρεψαν αυτοί καλά κι εμείς…

ΥΓ: Λίγους μήνες νωρίτερα, βρέθηκε στη Στοκχόλμη, σε εκδήλωση Ελλήνων, ο Ανδρέας Λεντάκης, ήταν ακόμα στο χώρο της Αριστεράς, ο Αντώνης Σαμαράς δεν είχε ιδρύσει την «Πολιτική Άνοιξη». «Το Μακεδονικό θα μπορούσε να λυθεί εδώ και πολλά χρόνια. Κανένας όμως δεν ήθελε. Όλοι θέλαν να υπάρχει μία πληγή που δεν θα κλείνει για να την ξύνουν όποτε την χρειάζονται», μου είχε πει στο μαγνητόφωνο.

* Ο Νίκος Σερβετάς είναι δημοσιογράφος, εργάζεται στην Εφημερίδα Documento και συνεργάζεται με ξένα τηλεοπτικά δίκτυα.