Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Η είδηση πέρασε στα ψιλά. Ένας 26χρονος κρατούμενος πέθανε στις φυλακές Λάρισας. Είχε μεταφερθεί πρόσφατα εκεί από τις φυλακές Μαλανδρίνου όπου κρατούνταν αρχικά, με την ελπίδα ότι θα έβρισκε ιατρική βοήθεια αλλά δεν πρόλαβε. Τον βρήκαν νεκρό στο κελί του οι συγκρατούμενοί του την Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου. Κρίμα.

Του ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΨΩΧΑ

Τον Σεπτέμβριο του 1886, ο Γάλλος ποιητής Jean Μοréas (πρόκειται για τον ελληνικής καταγωγής Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο) δημοσιεύει το μανιφέστο του συμβολισμού στην παρισινή εφημερίδα Le Figaro. Αυτή είναι η επίσημη εμφάνιση μιας νέας λογοτεχνικής σχολής, που θα κυριαρχήσει στην ευρωπαϊκή τέχνη ως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Η ονομασία «συμβολισμός» προέρχεται από τη συχνή και ιδιόμορφη χρήση των συμβόλων, στην οποία πιστεύουν ιδιαίτερα οι εκπρόσωποι του κινήματος. Ωστόσο, σύμβολα και συμβολισμοί κάθε είδους υπάρχουν χιλιάδες στην καθημερινή μας ζωή, όπως η σημαία, το περιστέρι που συμβολίζει την ειρήνη, ο σταυρός που παραπέμπει στον χριστιανισμό και το σφυροδρέπανο που οδηγεί ευθέως στον κομμουνισμό.

Στην Ελλάδα, το κίνημα αυτό έχει παγιωθεί στη συνείδηση των πολιτών και αποτελεί μέρος της καθημερινότητας των Ελλήνων, έχοντας ως ιερότερα σύμβολά του, την εκκλησία και το ΚΚΕ. Όποιος τολμήσει να σταθεί απέναντι στους δύο θεσμούς ή να αμφισβητήσει την αυθεντία τους, αλίμονό του. Οι εσωτερικοί μηχανισμοί της κοινωνία κινητοποιούνται αμέσως, στηλιτεύοντας την απρεπή στάση των ασεβών και των αντικομουνιστών.

Τα δύο αυτά ιερά σύμβολα του έθνους έχουν πολλές ομοιότητες και αναλογίες. Κατ’ αρχήν στηρίζονται και οι δύο σε παλαιά κείμενα που συμπτωματικά διαθέτουν και τα δύο το στοιχείο της επιφοίτησης. Η μεν εκκλησία βασίζεται κυρίως στην καινή διαθήκη και στα αποστολικά κείμενα του Παύλου, το δε ΚΚΕ στα βιβλία του Λένιν και δευτερευόντως στα φιλοσοφικά συγγράμματα του Μαρξ.

Επιπροσθέτως, αναλύουν και προσεγγίζουν την πραγματικότητα με τον ίδιο μεταφυσικό τρόπο. Η εκκλησία παραπέμπει την επίλυση των δύσκολων σύγχρονων προβλημάτων στην επερχόμενη «αιώνια ζωή» και τη «βασιλεία των ουρανών», ενώ το ΚΚΕ μεταθέτει τον δικό του «παράδεισο» στην κατίσχυση της εργατικής τάξης έναντι του κακού καπιταλισμού, ενδεχόμενο που θα φέρει νομοτελειακά μια πιο δίκαιη αταξική κοινωνία.

Πρόκειται για δύο θεσμούς που κρατούν την κοινωνία καθηλωμένη και μετέρχονται των καταστάσεων με απολύτως συντηρητικό τρόπο. Μόνο όταν θιγούν και κινδυνέψουν τα κεκτημένα τους, ξεσηκώνονται, εξανίστανται και αγανακτούν, εναντίον όσων παραβιάζουν τον ζωτικό τους χώρο.

Η Ελλάδα, βιώνοντας εδώ και οκτώ χρόνια μια πρωτοφανή οικονομική και κοινωνική κρίση, δεν είδε κανέναν από τους δύο θεσμούς να μπαίνει μπροστά για να αντιμετωπίσει τη σκληρή και επώδυνη για την κοινωνία πραγματικότητα. Μόνο όταν μπήκε θέμα περιορισμού του ρόλου της εκκλησίας (διαχωρισμός εκκλησίας κράτους, επίλυση του μακεδονικού) εξεγέρθηκαν οι ιεράρχες, προφανώς γιατί διαβλέπουν ότι η πώληση εθνικισμού συντηρεί την πελατειακή σχέση της θρησκείας με το χριστεπώνυμο πλήθος.

Ταυτόσημη συμπεριφορά επέδειξε και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Τι κι αν επέπεσε στην κοινωνία λιτότητα μεγατόνων -με περικοπές μισθών, συντάξεων και επιδομάτων- η αντίδραση ήταν για το θεαθήναι. Μόλις αμφισβητήθηκε ή αυστηροποιήθηκε το δικαίωμα στην απεργία, έκανε όσους ακτιβισμούς δεν έχει κάνει στην πολύχρονη ιστορία του, μόνο και μόνο για να μη χαθεί η ιδιοκτησιακή σχέση με τον συνδικαλισμό, που συνήθως φέρνει πελάτες.

Αν η κοινωνία μας δεν ξεπεράσει αυτές τις μονεταριστικές αγκυλώσεις και τους δογματισμούς και αν ο κάθε φορέας -είτε θρησκευτικός, είτε πολιτικός- δεν κάνει αυτό για το οποίο έχει ταχθεί, φοβάμαι ότι σύντομα θα αναρωτιόμαστε παραφράζοντας τον μεγάλο Αλεξανδρινό «και τώρα τι θα απογίνουμε χωρίς μνημόνια; Τα μνημόνια ήταν μια κάποια λύση».

Του Νίκου Σερβετά*

(Σκηνές απείρου κάλλους - Κατάθεση μνήμης διπλωματικών κινήσεων υψηλού επιπέδου)

Είναι καλοκαίρι του 1992, για την ακρίβεια 4 Ιουνίου. Ζω στη Σουηδία και, μεταξύ άλλων, συνεργάζομαι με μεγάλο, τότε, Αθηναϊκό ραδιοφωνικό σταθμό.
Την προηγούμενη μέρα, στο δημοψήφισμα που έχει γίνει οι Δανοί έχουν πει «Όχι» στη Συνθήκη του Μάαστριχ. Αμέσως συγκαλείται στο Όσλο έκτακτη διάσκεψη του ΝΑΤΟ, με ουσιαστικό αντικείμενο τον χειρισμό του θέματος της Δανίας.

Πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών στην Ελλάδα είναι την περίοδο αυτή ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Το «Μακεδονικό» βρίσκεται στο φόρτε του και έχει ήδη κατατεθεί η περίφημη πρόταση Πινέϊρο. Ήταν, λοιπόν, βέβαιο ότι στο παρασκήνιο της διάσκεψης θα συζητιόταν και το «Μακεδονικό». Ο όρος FYROM δεν είχε ακόμη κατοχυρωθεί.

Όπως ο ίδιος ο Πορτογάλος πολιτικός εξηγούσε χρόνια αργότερα – 23/12/2007- σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή»: «Πρέπει να θυμηθούμε την πολιτική κατάσταση στην περιοχή. Πρότεινα το όνομα ‘Νέα Μακεδονία’ και ταυτόχρονα να δοθεί στην Ελλάδα καθεστώς υπερδύναμης στην περιοχή, δεδομένου ότι η συνεργασία που προτείναμε βασιζόταν στην Ελλάδα, τα πάντα θα βασίζονταν στην Ελλάδα. Πίστευα ότι αυτό θα ήταν καλό για την Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί θα βοηθούσε την οικοδόμηση εμπιστοσύνης».

Θα ήταν 6 ή 7 το πρωί όταν χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι μου, δεν υπήρχαν τότε κινητά. «Φεύγεις αμέσως για το Όσλο, βγαίνεις σε κάθε δελτίο και αν προκύψει κάτι άλλο διακόπτουμε το πρόγραμμα», μου είπε στέλεχος του σταθμού.
Στο Όσλο βρήκα δύο ακόμα συναδέλφους που κάλυπταν ελληνικά μέσα. Ο ένας πολύ έμπειρος, ο άλλος στην ηλικία μου.

Στη διάσκεψη του ΝΑΤΟ συμμετείχαν, εκτός από τον Πινέϊρο, πλήθος Ευρωπαίων πολιτικών, υψηλόβαθμα στελέχη κυβερνήσεων, αν θυμάμαι καλά ήταν και κάποιοι πρωθυπουργοί. Επικεφαλής της ελληνικής αποστολής, που θεωρήθηκε υποβαθμισμένη, ήταν ο υφυπουργός Εξωτερικών, Γιάννης Τζούνης.

Σκηνή 1: Εξελίσσεται η διάσκεψη, σε μεγάλο ξενοδοχείο του Όσλο, οι δημοσιογράφοι περιμένουν έξω από την αίθουσα. Κόσμος μπαίνει και βγαίνει, οι δημοσιογράφοι πέφτουν επάνω στους πολιτικούς παράγοντες, μαθαίνουν, μεταδίδουν. Όλη την ημέρα δεν βγήκε από την αίθουσα ούτε ένα μέλος της ελληνικής αποστολής, ότι μεταδίδαμε το μαθαίναμε από τους ξένους, τους οποίους πολλές φορές χρειάστηκε να ρωτήσουμε, «τι είπε ο Έλληνας εκπρόσωπος;». Το απόγευμα και αφού έληξαν οι εργασίες της πρώτης ημέρας, βλέπουμε, επιτέλους, τον Τζούνη. Προσπαθεί να μας προσπεράσει. «Να σε ρωτήσω υπουργέ μου», του λέει ο έμπειρος. «Οι άλλοι βγαίναν κάθε τέταρτο και δίναν συνεχώς στο Ρώυτερς, εσείς ούτε για κατούρημα δεν χρειάστηκε να βγείτε, ούτε για κατούρημα;». Ο Τζούνης μάσησε τα λόγια του, χωρίς ουσιαστικά να δώσει απάντηση...

Σκηνή 2: Βράδυ πρώτης ημέρας, δείπνο στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Στο κέντρο της αίθουσας μεγάλα τραπέζια για τους επικεφαλής των αποστολών και τους θεσμικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων και ο Πινέιρο, τριγύρω τραπέζια για μέλη αποστολών και διαπιστευμένους δημοσιογράφους. Οι τρεις συμφωνούμε να καθίσουμε σε ξεχωριστό τραπέζι ο καθένας, να μαζέψουμε ότι πληροφορία μπορούσαμε και, ως είθισται, να βρεθούμε αργότερα να τα πούμε. Την ώρα που πάμε να πάρουμε τις θέσεις μας, πλησιάζει ομάδα της ελληνικής αντιπροσωπείας και ένας απ’ αυτούς μας ρωτάει: «Ρε παιδιά, εσείς που ξέρετε, έχει να πάμε να φάμε κάπου καλά, όχι όπως εδώ μέσα;»...

Σκηνή 3: Μεσημέρι της επόμενης. Έχει λήξει η διάσκεψη, στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου γίνεται το τσεκ άουτ. Κάθομαι στον καναπέ απέναντι από τη ρεσεψιόν και με κάποιον συζητάω. Ακούω κυρία της ελληνικής αποστολής, με αγγλικά Στρατηγάκη να λέει δυνατά: «I have trouble» (έχω πρόβλημα). Μικροταραχή, μαζεύεται κόσμος γύρω της. Απευθυνόμενη σε νεαρή κοπέλα, επίσης μέλος της ελληνικής αποστολής, της λέει: «Εξήγησέ της, παιδί μου, διότι της μιλάω και δεν καταλαβαίνει» – μίλαγε η κυρία στη ρεσεψιονίστ και δεν καταλάβαινε αγγλικά η Νορβηγίδα ρεσεψιονίστ – «επειδή μέχρι σήμερα πλήρωνε τα έξοδα το ΝΑΤΟ και εμείς θέλουμε να μείνουμε, μια που ήρθαμε, αλλά θα πάμε σε άλλο ξενοδοχείο που είναι πιο φθηνό, έχω αγοράσει κάτι σολομούς, για να μην τους κουβαλάω μαζί μου μπορώ να τους αφήσω εδώ και να τους πάρω όταν φύγουμε για Αθήνα;»
Κι επέστρεψαν αυτοί καλά κι εμείς…

ΥΓ: Λίγους μήνες νωρίτερα, βρέθηκε στη Στοκχόλμη, σε εκδήλωση Ελλήνων, ο Ανδρέας Λεντάκης, ήταν ακόμα στο χώρο της Αριστεράς, ο Αντώνης Σαμαράς δεν είχε ιδρύσει την «Πολιτική Άνοιξη». «Το Μακεδονικό θα μπορούσε να λυθεί εδώ και πολλά χρόνια. Κανένας όμως δεν ήθελε. Όλοι θέλαν να υπάρχει μία πληγή που δεν θα κλείνει για να την ξύνουν όποτε την χρειάζονται», μου είχε πει στο μαγνητόφωνο.

* Ο Νίκος Σερβετάς είναι δημοσιογράφος, εργάζεται στην Εφημερίδα Documento και συνεργάζεται με ξένα τηλεοπτικά δίκτυα.

Του Σωτήρη Καψώχα

Αν αφαιρέσει κάποιος από τους έλληνες πολίτες  τις κομματικές διόπτρες και τους ρωτήσει τι προσδοκίες έχουν για το μέλλον της χώρας, η απάντηση θα είναι από θετική έως αισιόδοξη. Αν έκανε το ίδιο ερώτημα και το 2010, λίγο πριν από τα μνημόνια, η απάντηση θα ήταν ανεπιφύλακτα αρνητική έως και απαισιόδοξη.

Κι όμως η κατάσταση το 2010 ήταν πολύ καλύτερη από σήμερα σε ότι αφορά στους δείκτες της οικονομίας και σε ότι είχε σχέση με το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας. Σήμερα το δημόσιο χρέος κινείται στο 180% του ΑΕΠ, το 2010 ήταν κοντά στο 126%. Η ανεργία σήμερα είναι 20,5%, ενώ τότε ήταν κοντά στο 11%. Οι μισθοί και οι συντάξεις σήμερα έχουν υποστεί αλλεπάλληλες μειώσεις που ανεβάζουν τις απώλειες άνω του 40% σε σύγκριση με το 2010, ενώ το επίπεδο κοινωνικής πρόνοιας, ασφάλισης και εργασίας βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα υποβάθμισης σήμερα, εάν τεθεί στη βάσανο της ζύγισης με το όχι και τόσο μακρινό χθες.

Το ερώτημα συνεπώς που εγείρεται είναι αμείλικτο: Τι είναι αυτό που κάνει τη διαφορά μεταξύ του σήμερα και του χθες στην ψυχολογία των Ελλήνων; Η απάντηση είναι εξόχως απλή: «αυτό που λένε οι άλλοι».

 Πριν οκτώ χρόνια, διεθνείς οίκοι, ευρωπαίοι αξιωματούχοι, επίσημες κυβερνήσεις, στελέχη των αγορών, περιώνυμοι κερδοσκόποι και εγχώριοι πολιτικοί αλλά και επιχειρηματίες, λειτουργούσαν ως σήμαντρα χρεοκοπίας της χώρας. Έφτιαχναν κλίμα αρνητικό σε βάρος της οικονομίας και των κοινωνικών δομών της Ελλάδας. Το αποτέλεσμα το βιώσαμε όλοι μας.

Στην παρούσα φάση ακολουθείται ακριβώς η αντίστροφη πορεία. Όλοι οι ειδικοί, οι πιστωτές και οι αγορές, συνεπικουρούμενες από την ελληνική κυβέρνηση και τη μεγαλύτερη μερίδα της επιχειρηματικής ελίτ της χώρας, τροφοδοτούν επίμονα την κοινωνία με ιαχές θάρρους και αισιοδοξίας. Ταυτόχρονα στρώνουν το έδαφος για να βγει η χώρα αποφασιστικά στον πηγαιμό για τη δική της …Ιθάκη της ευημερίας.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όλοι έκαναν τη δουλειά τους. Κάποιοι έβγαλαν χρήματα με την χρεοκοπία της χώρας(Γερμανία, ΔΝΤ, κερδοσκοπικά Funds)  και ορισμένοι έσωσαν τα μαγαζιά τους (Γερμανικές, Γαλλικές και Ιταλικές τράπεζες) ή ακόμη απέφυγαν την καταστροφή , αφού ισοφάρισαν ζημιές που έπαθαν από την κρίση των τοξικών ομολόγων στις ΗΠΑ.

Το χειρότερο είναι ότι κάποιοι, ενδεχομένως και οι ίδιοι, θα ξανακερδοσκοπήσουν από την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και θα αποκομίσουν νέα οφέλη από την ανοδική πορεία των εγχώριων δεικτών και την έξοδο της χώρας στις διεθνείς αγορές.

Το παιχνίδι είναι σκληρό και το παίζουν συνήθως αυτοί που το ξέρουν. Να θυμίσω απλά ότι θύματα κερδοσκοπίας έχουν πέσει κατά καιρούς ακόμη και κραταιές χώρες, όπως η Μεγάλη Βρετανία (από τον Τζορτζ Σόρος), η Ρωσία, η Βραζιλία  και η Ιαπωνία.

Μπορεί η Ελλάδα, ενόψει εξόδου από τα μνημόνια στήριξης, να χρειάζεται τα χρήματα των χρηματοπιστωτικών οίκων για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της, ωστόσο, η κυβέρνηση ας αποφύγει τη θεοποίηση των αγορών. Οι ιθύνοντες της οικονομίας οφείλουν να  οικοδομήσουν την επόμενη μέρα  πάνω σε ένα άλλο στρατηγικό σχέδιο που δεν θα στηρίζεται στον εύκολο δανεισμό. Αντίθετα, θα πρέπει να εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις για  τη δημιουργία εσωτερικής υπεραξίας, που θα προέλθει από την ενδυνάμωση της εγχώριας παραγωγής και την ενίσχυση της καινοτομίας και της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Και κυρίως, ας πάει στον αγύριστο το μοντέλο της πελατειακής επιχειρηματικότητας –των δήθεν μεγάλων έργων- πάνω στο οποίο στήθηκε το πάρτι του πλουτισμού των ευνοημένων και της χρεοκοπίας της χώρας.

Οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο, εκλεγμένες με την ψήφο των πολιτών, ασκούν την πολιτική, την οποία είχαν εξαγγείλει και αυτή που πρέπει να προστατεύει τα συμφέροντα των πολλών, όπως άλλωστε επιτάσσει το Σύνταγμα, τουλάχιστον σε σχέση με τη χώρα μας. Το ερώτημα είναι, αν οι κυβερνήσεις μπορούν να υπερκεράσουν την εξουσία που εκπορεύεται από τα πολυποίκιλα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα και η οποία ασκεί την υπόγεια και καταλυτική επιρροή της, ανεξαρτήτως κομμάτων και κυβερνήσεων.

Μια απλή φωτογραφία σε ηλεκτρονικό κατάλογο. Ένα αγοράκι-μοντέλο φοράει ένα πράσινο φούτερ H&M με ένα σύνθημα. Ως εδώ καλά. Μόνο που το σύνθημα λέει: «Η πιο cool μαϊμού στη ζούγκλα». Και «όλως τυχαίως» το αγοράκι είναι μαύρο κι όχι λευκό και ξανθό με λαμπερά γαλανά μάτια.

Η πολύχρονη οικονομική κρίση που διέρχεται η Ελλάδα, κατεδάφισε κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις και ισοπέδωσε αξίες, ανατρέποντας όσα είχε κατακτήσει η ελληνική κοινωνία - και δεν αναφέρομαι βεβαίως στην αλόγιστη σπατάλη, στον παρατεταμένο και πολλάκις υποκινούμενο δανεισμό, στον ατομικό και απολύτως αρρωστημένο εγωκεντρισμό. Τον ερχόμενο Αύγουστο η Ελλάδα βγαίνει από τα μνημόνια. Αλλά η κοινωνία πλέον δεν είναι η ίδια, ο ιστός της έχει υποστεί καθοριστικές αλλοιώσεις.

Του Σωτήρη Καψώχα

Η θέση της ΝΔ για το σκοπιανό ότι «χωρίς ενιαία θέση στην ονομασία της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας για εμάς δεν υπάρχει κυβέρνηση» είναι άκρως τυχοδιωκτική.

 Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αντί να προϊδεάζει –έστω- για τη στάση που θα κρατήσει σε ένα τόσο σοβαρό εθνικό θέμα που βρίσκεται επί δεκαετίες σε αδιέξοδο, ακολουθεί παρελκυστική τακτική, βάζοντας στο τραπέζι ζήτημα δεδηλωμένης της κυβέρνησης. Λες και το ζητούμενο είναι πως θα ερμηνεύσουμε διασταλτικά το Σύνταγμα της χώρας για να ανακαλύψουμε τρόπους διάλυσης του κυβερνητικού σχήματος.

Ωστόσο πίσω από το προφανές, δηλαδή να αξιοποιηθεί η ευκαιρία της διαφωνίας Τσίπρα – Καμμένου για να πέσει η κυβέρνηση και να πάει η χώρα σε εκλογές, υπάρχει κάτι πολύ βαθύτερο, αν και καλά φυλαγμένο μέχρι τώρα. Έχει να κάνει με τον εσωτερικό διχασμό που προκαλεί το θέμα στην αντιπολίτευση, και όχι μόνο στη μείζονα.

Στη ΝΔ η γραμμή, που διατύπωσαν τόσο η εκπρόσωπος Τύπου Μαρία Σπυράκη, όσο και η Ντόρα Μπακογιάννη,  περί απώλειας της δεδηλωμένης εάν δεν καταλήξουν σε κοινή θέση οι κυβερνητικοί εταίροι ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ κρύβει τουλάχιστον δύο εσωτερικά πολιτικά μέτωπα. Το πρώτο αφορά τον Αντώνη Σαμαρά και την ομάδα του, οι οποίοι μέχρι στιγμής αποφεύγουν να γνωστοποιήσουν τις θέσεις τους και κυρίως να τοποθετηθούν επί του εάν είναι αποδεκτό ή όχι το “δόγμα” του Βουκουρεστίου και του Κώστα Καραμανλή «για σύνθετη ονομασία erga omnes (έναντι όλων) με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη Μακεδονία»

Το δεύτερο μέτωπο έχει να κάνει με τις διεργασίες που γίνονται από τα δεξιά της ΝΔ και τους φόβους που προκαλούν στο επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη για περίπλοκες και επικίνδυνες καταστάσεις στο εσωτερικό του κόμματος. Ηδη, οι πληροφορίες που υπάρχουν στην Πειραιώς δείχνουν αυξημένη κινητικότητα, με τους «μακεδονομάχους» να ετοιμάζουν τις φαρέτρες τους σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η σύνθετη ονομασία στο γειτονικό κρατίδιο.

Υπάρχει όμως και ένα επιπλέον ζήτημα, εξίσου σημαντικό Αυτό είναι περισσότερο ενδο-οικογενειακό και λιγότερο εσωκομματικό. Πρόκειται για τη σοβούσα κρίση στις σχέσεις Κυριάκου – Ντόρας, καθώς η πρώην υπουργός Εξωτερικών επιδιώκει να πάρει “πρώτο ρόλο” στην δημόσια αντιπαράθεση για το Μακεδονικό, ακολουθώντας την πολιτική του πατρός της, όταν ήταν πρωθυπουργός

Σε ότι αφορά την ελάσσονα αντιπολίτευση, ιδιαίτερο σύνθετο δείχνει, το σκηνικό και στο Κίνημα Αλλαγής. Η Φώφη Γεννηματά δήλωσε ότι «θα τοποθετηθούμε υπεύθυνα όταν η κυβέρνηση φέρει ενημέρωση για τις προτάσεις που τελούν σε διαπραγμάτευση». Ωστόσο το Μακεδονικό τείνει να αναζωπυρώσει τη διαχρονική αντιπαράθεση Βενιζέλου – Γιώργου Παπανδρέου ενώ δίνει χώρο υπέρβασης στον Σταύρο Θεοδωράκη, ο οποίος δήλωσε ότι «η λύση είναι μπροστά μας και δεν θα περιμένει για πάντα».

 Ο Γιώργος Παπανδρέου μιλάει για «λύση τώρα» και τάσσεται κατά της επίσημης γραμμής της ΝΔ, ενώ ο Ευάγγελος Βενιζέλος, με άρθρο του στην προσωπική του ιστοσελίδα έδειξε να ταυτίζεται πλήρως με τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τόσο στο θέμα της ενιαίας γραμμής των κυβερνητικών κομμάτων όσο και στο ζήτημα της δεδηλωμένης.

Είναι προφανές ότι το «σκοπιανό» θα δημιουργήσει αναταράξεις σε όλο το πολιτικό σκηνικό, καθώς η απουσία  ενιαίας γραμμής δεν συνιστά πρόβλημα μόνον της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Όλα δείχνουν ότι η επίκληση  της πλειοψηφίας των βουλευτών που έκανε ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς είναι μάλλον η πιο πιθανή διέξοδος εάν επέλθει η τελική συμφωνία για το Μακεδονικό...

Γράφει ο καθηγητής Γιάννης Α. Μυλόπουλος, πρόεδρος της Αττικό Μετρό ΑΕ

Αν υπάρχει κάτι που να ενώνει σήμερα όλους τους Έλληνες, ανεξαρτήτως αντιλήψεων, πολιτικής τοποθέτησης ή κοινωνικού προσανατολισμού, αυτό αναμφίβολα είναι ο στόχος της ανάπτυξης της οικονομίας. Όλοι ομνύουν στην ανάπτυξη και όλοι συμφωνούν ότι η επίτευξή της είναι η προϋπόθεση για να βγει η Ελλάδα οριστικά από το τούνελ της ομηρίας και τα δεσμά των μνημονίων που βύθισαν τη χώρα στη λιτότητα, την ύφεση και τη φτώχεια.

Δεν αντιλαμβάνονται όλοι, όμως, την ανάπτυξη με τον ίδιο τρόπο. Οι οπαδοί του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, για παράδειγμα, όψιμοι ή και παραδοσιακοί, αντιλαμβάνονται ως ανάπτυξη οποιαδήποτε επικερδή οικονομική δραστηριότητα. Οποιαδήποτε δηλαδή επένδυση μπορεί να φέρει κέρδος, ανεξαρτήτως από το ποιος μπορεί να ωφελείται και ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις που αυτή θα έχει στην οικονομία και στην ευρύτερη κοινωνία, συνιστά γι αυτούς, χωρίς δεύτερη σκέψη, αναπτυξιακή δραστηριότητα. Απόλυτος κριτής της ανάπτυξης, στο νεοφιλελεύθερο λεξιλόγιο, αναγορεύεται λοιπόν το κέρδος, το μέγεθος του οποίου είναι και αυτό που καθορίζει και την έκταση της επιτυχίας κάθε αναπτυξιακού εγχειρήματος.

Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη, οι κερδοφόρες δραστηριότητες, εφόσον κινούν την οικονομία, παράγοντας κέρδος και εφόσον ανοίγουν νέες θέσεις εργασίας, συνιστούν χωρίς άλλες προϋποθέσεις αναπτυξιακές δραστηριότητες. Γι αυτό και όσο λιγότερες παρεμβάσεις γίνονται στην οικονομία, όσο το δυνατόν δηλαδή λιγότεροι είναι οι όροι και οι προϋποθέσεις που τίθενται και όσο λιγότεροι είναι οι έλεγχοι που γίνονται για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, την προαγωγή του κοινωνικού οφέλους και την προστασία και διατήρηση του περιβάλλοντος, τόσο πιο εξασφαλισμένη είναι η επένδυση και πιο επιτυχής η αναπτυξιακή προσπάθεια.

Εδώ βρίσκεται λοιπόν η κεντρική διαφορά της οικονομικής ανάπτυξης που υποστηρίζει ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός, το επιθετικό αυτό οικονομικό μοντέλο που γέννησε η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, σε σχέση με την δύσκολη παραδοχή της βιώσιμης ανάπτυξης. Η υποστήριξη του δημόσιου συμφέροντος, η προαγωγή του κοινωνικού οφέλους και η περιβαλλοντική προστασία και διατήρηση, οι οποίες θέτουν όρια και φραγμούς στην ανεξέλεγκτη κερδοφορία της ελεύθερης αγοράς, στο νεοφιλελεύθερο πνεύμα χαρακτηρίζονται ως αντιαναπτυξιακοί παράγοντες. Ο ρόλος λοιπόν του δημόσιου τομέα στη νεοφιλελεύθερη αντίληψη, ως εγγυητή της κοινωνικής και περιβαλλοντικής ανάπτυξης, χαρακτηρίζεται ως «αντιαναπτυξιακός» και συνεπώς πρέπει να συρρικνωθεί έως μηδενισμού, προκειμένου να επιτραπεί στον ιδιωτικό τομέα να επιτύχει τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία.

Η «ελευθερία» λοιπόν στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης δεν αναφέρεται ούτε στην ισότιμη πρόσβαση όλων στους καρπούς της ανάπτυξης, ούτε στην απελευθέρωση της κοινωνίας και στην ελεύθερη επιλογή των πολιτών, όπως σκοπίμως παραπληροφορούν οι νεοφιλελεύθεροι. Αντίθετα, αφορά αποκλειστικά στην απόλυτη ελευθερία που απολαμβάνουν όσοι ελέγχουν το κεφάλαιο και την αγορά, να αναπτύσσονται οικονομικά χωρίς όρια, κανόνες και φραγμούς.

Αυτές οι συνθήκες της χωρίς ελέγχους και φραγμούς αγοράς, με την απόλυτη ελευθερία στη διακίνηση του κεφαλαίου και των εργατικών χεριών, ήταν που επέτρεψαν στην εποχή της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας τη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια μιας μικρής ολιγαρχίας, οδηγώντας αφενός μεν τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών στη φτώχεια και αφετέρου τον πλανήτη στην υποβάθμιση και εξάντληση των φυσικών πόρων, καθώς και σε μη αντιστρεπτές κλιματικές αλλαγές. Αφού οι εγγυήσεις υπέρ της κοινωνίας και του περιβάλλοντος θυσιάστηκαν, στα χρόνια της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, στον βωμό του κέρδους των λίγων που ελέγχουν σήμερα την παγκόσμια οικονομία.

Σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, η δύσκολη επιλογή της βιώσιμης ανάπτυξης ενσωματώνει στην ανάπτυξη εκτός από οικονομικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, αναγορεύοντας την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον στους τρεις ισότιμους πυλώνες κάθε αναπτυξιακής δραστηριότητας. Η ύπαρξη κανόνων, ορίων και προϋποθέσεων που ισορροπούν τα οφέλη στους τρεις πυλώνες, είναι κεντρική στην υπόθεση της βιωσιμότητας της οικονομίας, γι αυτό και αυτό το μοντέλο χαρακτηρίζεται από δύο ιδιότητες που είναι άγνωστες στο μοντέλο του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού:

1. Τη δικαιοσύνη στη δυνατότητα πρόσβασης στην αναπτυξιακή προσπάθεια και στα οφέλη της, αφού οι κοινωνικές εγγυήσεις επιτρέπουν σε όλους να συμμετέχουν ισότιμα στην οικονομική δραστηριότητα είτε άμεσα, μέσω της αξιοποίησης των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων κάθε τόπου, είτε όμως και έμμεσα, για τους αδύναμους οικονομικά, οι οποίοι μπορούν και απολαμβάνουν τα οφέλη της δίκαιης κατανομής των καρπών της ανάπτυξης μέσω των δημόσιων συστημάτων υγείας, παιδείας, κοινωνικής ασφάλισης, συγκοινωνιών κλπ.

2. Τη διάρκεια της αναπτυξιακής δραστηριότητας, αφού οι περιβαλλοντικές εγγυήσεις εξασφαλίζουν τη διατήρηση των οικοσυστημάτων και των φυσικών και ενεργειακών πόρων, που όπως είναι πλέον κοινά αποδεκτό αποτελούν τη βάση κάθε οικονομικού εγχειρήματος.

Έτσι, με δυο λόγια θα λέγαμε ότι η ανάπτυξη του νεοφιλελεύθερου μοντέλου είναι μια ταχύρρυθμη όσο και βραχύβια ανάπτυξη που ωφελεί λίγους και ζημιώνει πολλούς, ενώ η βιώσιμη ανάπτυξη είναι μια λιγότερης έντασης και μικρότερης κερδοφορίας, δίκαιη όμως ανάπτυξη που απευθύνεται στους πολλούς και έχει διάρκεια στον χρόνο.

Κορυφαίο, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της νεοφιλελεύθερης αντίληψης για την ανάπτυξη, συνιστά η υπόθεση της εξόρυξης χρυσού στις Σκουριές της Χαλκιδικής. Η οποία γίνεται τόσο πιο κερδοφόρος για τους διεθνείς επενδυτές, όσο λιγότεροι είναι οι περιορισμοί για τη διασφάλιση της περιβαλλοντικής ακεραιότητας της βόρειας Χαλκιδικής και όσο λιγότερες είναι οι προϋποθέσεις που διασφαλίζουν την ταυτόχρονη διατήρηση και των υπολοίπων οικονομικών δραστηριοτήτων, οι οποίες εξαρτώνται άμεσα από την περιβαλλοντική ισορροπία, όπως η δασοκομία, η αγροτική ανάπτυξη, η αλιεία και ο τουρισμός στην ευρύτερη περιοχή.

Εδώ βρίσκεται και ο λεγόμενος νεοφιλελεύθερος λαϊκισμός, σύμφωνα με τον οποίον οι 1500 νέες θέσεις εργασίας που προστέθηκαν λόγω εξορυκτικής δραστηριότητας, προβάλλονται ως άλλοθι για να βυθιστεί στη φτώχεια και την ανεργία το σύνολο του πληθυσμού της περιοχής, που θα μείνει χωρίς δουλειά όταν καταστραφεί το δάσος, όταν ρυπανθούν το έδαφος, τα νερά και η ατμόσφαιρα και όταν εξαφανιστεί η βιοποικιλότητα και η βλάστηση στην ευρύτερη περιοχή, εμποδίζοντας κάθε άλλη οικονομική δραστηριότητα, πλην της μεταλλευτικής.

Ο δύσκολος δρόμος της βιώσιμης ανάπτυξης δεν απαγορεύει τις επενδύσεις, ούτε οδηγεί στην από-ανάπτυξη, όπως επιμόνως προπαγανδίζουν τα παπαγαλάκια του νεοφιλελευθερισμού. Αντίθετα, επιβάλλει την θέσπιση και εφαρμογή αυστηρών όρων και προϋποθέσεων στην ανεξέλεγκτη οικονομική δραστηριότητα, προκειμένου αυτή να κινείται εντός των ορίων της φέρουσας ικανότητας της κοινωνίας και του περιβάλλοντος.

Η βιώσιμη ανάπτυξη είναι λοιπόν η ανάπτυξη που θέτει όρους και προϋποθέσεις που επιτρέπουν εκτός από την οικονομική, την κοινωνική και την περιβαλλοντική ανάπτυξη μιας περιοχής. Είναι συνεπώς μια δίκαιη ανάπτυξη, με την έννοια ότι διασφαλίζει την ισότιμη πρόσβαση όλων στην οικονομική διαδικασία, περιορίζοντας τη δυνατότητα των οικονομικά ισχυρών να νέμονται μόνοι αυτοί, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα ενός τόπου.

Επιπλέον, η βιώσιμη ανάπτυξη μπορεί και έχει διάρκεια, αφού η ολοκληρωμένη θεώρηση οικονομίας, κοινωνίας και περιβάλλοντος διασφαλίζει την αρμονική συνύπαρξη των τριών βασικών πυλώνων της ανθρώπινης δραστηριότητας, σε αντίθεση με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που οδηγεί υποχρεωτικά σε οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά αδιέξοδα και κρίσεις, μια από τις οποίες βιώνουμε, με επώδυνο τρόπο, σήμερα.

Η εκ του αποτελέσματος επίγνωση της αλήθειας για τις συνέπειες της εφαρμογής του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, αποτελεί, πολιτικά, το αδύναμο σημείο των δεξιών και κεντροαριστερών υποστηρικτών του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού σήμερα στην Ελλάδα. Συγχρόνως, αυτή η επώδυνη επίγνωση από όλους όσους γευτήκαμε τις συνέπειες των νεοφιλελεύθερων ακροτήτων, αποτελεί και το ισχυρό πλεονέκτημα της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα σήμερα που υποστηρίζει και εμπεδώνει, με τα Περιφερειακά Αναπτυξιακά Συνέδρια, τον δύσκολο, όσο όμως και ελπιδοφόρο οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά δρόμο της βιώσιμης ανάπτυξης.

ΠΗΓΗ: Αναδημοσίευση από το πρακτορείο ΑΠΕ-ΜΠΕ

Του Χρίστου Τσατσαρώνη

Ημέρες εορτών που διανύουμε, είναι να απορείς και να προβληματίζεσαι, πως γίνεται αυτή η φουρνιά των νεότερων συντηρητικών πολιτικών, να συνεχίζει απτόητη και παρά τις συνεχόμενες ήττες της, έναν πόλεμο χαρακωμάτων, εναντίον της γενιάς των εξίσου νέων πολιτικών της Αριστεράς που κυβερνούν σήμερα τη χώρα, πόλεμος που αδήριτα καταλήγει εναντίον των πολιτών στο σύνολό τους, πλην μίας θλιβερής μειοψηφίας, που πάντα ανήκε στην κατηγορία των απάτριδων και εραστών-καταχραστών του χρήματος.

Εδώ και μήνες, υπάρχει ένα συστηματικό σχέδιο, που επεξεργάστηκαν δήθεν φωτεινοί εγκέφαλοι, για να βοηθήσουν τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκο Μητσοτάκη, να αναρριχηθεί στη θέση του πρωθυπουργού της χώρας, σχέδιο που ακολουθείται κατά γράμμα, ακόμα και όταν διαπιστώνεται ότι όλες οι προηγηθείσες πράξεις του, απέτυχαν παταγωδώς, επιφέροντας αντί κερδών, ζημία στην συντηρητική παράταξη.

Οι εγκέφαλοι αυτής της στρατηγικής, ιδίως αυτοί που είχαν την ευθύνη εκπόνησής του, προέρχονται από τα σπλάχνα της Αριστεράς, ένας από τις τάξεις του ΚΚΕ, άλλος από τις τάξεις του ΚΚΕ Εσωτερικού, άλλος από τη σχολή Κατσανέβα, όλοι με ένα μισητό στόχο: αυτούς που έμειναν αριστεροί και τους πήραν την εξουσία και τους λοιδορούν κιόλας, γιατί περάσαν απέναντι. Κάτι σαν ιερός πόλεμος, δηλαδή και δεν υπερβάλλω.

Μαζί με τους ακραιφνείς της παράταξης, έχουν οικοδομήσει μία Βαβέλ, από την οποία, δυστυχώς και να ήθελε ο Κυριάκος Μητσοτάκης να ''ξεφύγει'', δεν μπορεί, είναι ο ηγέτης της, αυτός επέλεξε τα μέλη που την απαρτίζουν, υιοθετώντας το δόγμα τους, ότι ''ακόμα και με το διάβολο θα συμμαχήσουμε'', θα παραποιήσουμε ακόμα και τον...Αϊνστάιν, θα παίξουμε κορώνα-γράμματα την ιστορία της παράταξης, θα κάνουμε τα πάντα για να πάρουμε την εξουσία, ακόμα και αδελφικές σχέσεις θα τινάξουμε στον αέρα.

Θεωρώ απολύτως θεμιτή τη φιλοδοξία και την επιδίωξη του κ.Μητσοτάκη να διεκδικήσει και να πάρει τα ηνία της εξουσίας της χώρας στα χέρια του. Ο καθένας θα μπορούσε να έχει τέτοιο στόχο, απλώς αν δεν ήταν γιός πρώην πρωθυπουργού, θα δυσκολευόταν... κομμάτι να φτάσει στα σημερινά αξιώματα και τις επιδιώξεις του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας.

Αλλά, θα έπρεπε να γνωρίζει ο διεκδικητής της εξουσίας, ορισμένους κανόνες - απαράβατους στην πολιτική: δεν μπορείς να υιοθετείς το ''τα λόγια μου είναι δικά μου, οι ευθύνες των κολλητών μου'' και να ξεμπερδεύεις με λόγια και πράξεις των στενότερων συνεργατών σου - από Άδωνι και Αυγενάκη, μέχρι και τα στελέχη που επέλεξε και βρέθηκαν με πλαστά πτυχία.

Υπάρχει, όμως και ένα πολύ μελανό σημείο, το οποίο ακόμα και σήμερα είτε πραγματικά δεν τον νοιάζει να το αποδιώξει από πάνω του - άρα αποτελεί γνώρισμα κάκιστο του ανδρός - είτε τον κρατάνε δικοί του, πολύ δικοί του άνθρωποι, με πρώτη τη σύζυγό του των παραδεισένιων και εξωτικών δραστηριοτήτων: το πόθεν έσχες, δικό του και της συζύγου του, Μαρέβας Γκραμπόφσκι, όταν ήταν ''σε διάσταση'', δηλαδή ζούσαν χωριστά, αλλά χωρίς διαζύγιο, όπερ σημαίνει καθολική συμμετοχή, νομικά και φορολογικά, σε όλες τις δραστηριότητες του ζεύγους.

Επιπλέον, θα έπρεπε να γνωρίζει ο πρόεδρος της ΝΔ, ότι ''η καμήλα, είναι ένα άλογο που φτιάχτηκε από επιτροπή'' - επικοινωνίας εν προκειμένω και να αλλάξει ρότα, από το να υιοθετεί άκριτα και βιαστικά, ό,τι εφευρίσκει η επικοινωνιακή του ομάδα, για να τον διατηρεί, υποτίθεται στην επικαιρότητα - εδώ ταιριάζει το ''αν δεν έχεις νέα ευχάριστα να πεις, καλύτερα να μην μας πείς κανένα''....

Και τελευταίο: Την συγκυριακή φήμη, την χάνεις, όταν, εκτός του ότι αρχικά δεν έχεις χτίσει μόνος σου, δεν τη φροντίζεις και την χαραμίζεις σε αστείες ''σταυροφορίες'' - ακόμα και οι πιστοί σου το βλέπουν και δυσπιστούν τα μάλλα απέναντί σου. Άλλωστε, κανείς σήμερα δε ζεί εμφορούμενος από το πνεύμα εκείνων των εκστρατειών, πλην, είπαμε της επικοινωνιακής σου ομάδας και του πολύ στενού πυρήνα στελεχών σου...

 

Ροή

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ