Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Του Σωτήρη Καψώχα

Ήταν Μάιος του 2012. Οι βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα είχαν ολοκληρωθεί και το αποτέλεσμα, που είχε φέρει τον ΣΥΡΙΖΑ στη δεύτερη θέση, με ποσοστό 16,78%, προκαλούσε μεγάλο πονοκέφαλο στις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες .

Τα μεγαλύτερα διεθνή μέσα ενημέρωσης, απηχώντας τις ανησυχίες των κεντρικών παικτών της Ευρωπαϊκής πολιτικής και κυρίως της πανίσχυρης Γερμανίας, έγραφαν με πηχυαίους τίτλους για τον νεαρό έλληνα Αλέξη Τσίπρα «τον άνθρωπο που κάνει την Ευρώπη να φοβάται».

Τι τους έλεγε ο Αλέξης Τσίπρας και τους τρόμαζε τόσο πολύ; Κάτι το πολύ απλό: Ότι «βρισκόμαστε στην καρδιά της κρίσης του συστήματος, στην καρδιά της κρίσης του οικονομικού μοντέλου των αγορών. Δεν έχουμε ξαναζήσει τέτοια φαινόμενα από το 1929. Τότε, η Ευρώπη δεν επέλεξε μια πολιτική ανάπτυξης για να στηρίξει τους ανέργους και έτσι φτάσαμε στην άνοδο του ναζισμού. Το ίδιο κάνετε και σήμερα».

Όσο για την Ελλάδα, ο νεαρός αρχηγός τότε της αξιωματικής αντιπολίτευσης, φώναζε ότι «στους Έλληνες επιβλήθηκαν τα χειρότερα φάρμακα. Γίναμε τα πειραματόζωα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Αν το φάρμακο πιάσει σε μας τα ποντίκια, τότε μπορούν να την εξάγουν και να την εφαρμόσουν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Αν το πείραμα αποτύχει, τόσο το χειρότερο για τους Έλληνες».

Έκτοτε κύλισε πολύ νερό στο αυλάκι της ιστορίας. Ο Αλέξης Τσίπρας αφού πέρασε –και περνά – δια πυρός και σιδήρου, έγινε πρωθυπουργός. Οι εκτιμήσεις του για το ελληνικό πείραμα, ομολογείται συνεχώς από κορυφαίους  αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ  ο νεοναζισμός και οι εθνικισμοί φουντώνουν καθημερινά σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αναγνωρίζεται πλέον ανοιχτά η ανάγκη αλλαγής κατεύθυνσης στην οικονομία, με λιγότερη λιτότητα και περισσότερη κοινωνική πρόνοια.

Ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να αισθάνεται δικαιωμένος με την τροπή που δείχνουν να παίρνουν σήμερα τα πράγματα και βασίμως πιστεύει ότι ο Σεπτέμβριος του 2018 θα είναι μια άλλη εποχή για την Ελλάδα. Δίχως καμία αμφιβολία, ο πρωθυπουργός είναι το πλέον αναγνωρίσιμο  πρόσωπο της χώρας (ενδεχομένως μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη) σε διεθνές επίπεδο και ο μοναδικός Έλληνας πολιτικός (ανάλογη αναγνώριση για διαφορετικούς λόγους και σε άλλες εποχές είχε ο Ελευθέριος Βενιζέλος) που δεν χρειάζεται συστατικές επιστολές και διαπιστευτήρια για να συναντηθεί με τους ηγέτες μεγάλων χωρών.

Χαίρει σεβασμού, εκτίμησης και ιδιαίτερης προσοχής από τους κορυφαίους του πλανήτη, δυσανάλογη οπωσδήποτε αντιμετώπιση, με το μέγεθος και την κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η χώρα.

Πρόκειται για ισχυρό χαρτί, ασφαλώς για το κόμμα του, αλλά κυρίως το μεγαλύτερο κεφάλαιο για τη χώρα. Το αντιλαμβάνεται απόλυτα το γεγονός αυτό και η εγχώρια αντιπολίτευση. Γι αυτό προσπαθεί να μηδενίσει οποιαδήποτε επαφή του Αλέξη Τσίπρα με ξένους ηγέτες ή να πλήξει την αξιοπιστία του στις πολιτικές του επιλογές. Δεν είναι τυχαίο ότι στην τελευταία συνάντηση Τσίπρα – Ερντογάν, συντονισμένα οι Κυριάκος Μητσοτάκης, Φώφη Γεννηματά, Δημήτρης Κουτσούμπας, Σταύρος Θεοδωράκης και Βασίλης Λεβέντης, έσπευσαν να ακυρώσουν τη σημασία της συνάντησης, όταν οι ξένοι ηγέτες απένειμαν τα εύσημα στον Έλληνα πρωθυπουργό. 

Μπορεί για τον Αλέξη Τσίπρα να είναι ευτύχημα που έχει να κάνει με εύκολους αντιπάλους, είναι δυστύχημα όμως για τη χώρα να εκπροσωπείται από μια μικρόνοα και μεμψίμοιρη αντιπολίτευση. Είναι σκληρή η αντίθεση, ο Τσίπρας να κάνει υψηλή πολιτική και οι επικεφαλής της αντιπολίτευσης να συμπεριφέρονται σαν γκρινιάρικα μέλη συνοικιακού συμβουλίου.   

Του Σωτήρη Καψώχα

Η μεγαλύτερη επιστημονική -και όχι μόνο- απάτη που λειτουργεί σήμερα στις αστικές δημοκρατίες, είναι οι εταιρείες δημοσκοπήσεων. Δεν είναι μόνο εργαλεία χειραγώγησης της κοινής γνώμης και φοβικό μέσο επιβολής των διαθέσεων των ισχυρών στις ζαλισμένες κοινωνίες, είναι κυρίως άκρως αναξιόπιστη μέθοδος καταγραφής των τάσεων και προθέσεων των πολιτών.

Η μεγαλύτερη απόδειξη της αναξιοπιστίας των εταιρειών αυτών είναι το δημοψήφισμα που έγινε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 2015. Εκεί δεν είχαμε μόνο μια τάση, είχαμε μια κοινωνία που είχε γίνει χείμαρρος υπέρ του όχι. Κι όμως οι εταιρείες όχι μόνο δεν ....μπόρεσαν να το καταγράψουν, αλλά έβγαζαν και το αντίθετο αποτέλεσμα.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια έχουν πέσει όλες έξω στις προβλέψεις τους, σε Βρετανία, ΗΠΑ, Γαλλία και στην Ελλάδα κατ΄επανάληψη. Στο ερώτημα γιατί συμβαίνει αυτό, οι δικαιολογίες που προβάλλουν οι διάφορες εταιρείες είναι από παιδικές μέχρι σαθρές: πότε οι ψηφοφόροι αποκρύπτουν εσκεμμένα τις προθέσεις τους, δηλαδή άλλα λένε στους δημοσκόπους και άλλα ψηφίζουν. Πότε φταίει ο μεγάλος αριθμός των αναποφάσιστων (κάνουν λόγο και για 35%, αν είναι δυνατόν) , πότε ευθύνεται η ευμετάβλητη διάθεση των πολιτών και οι εύκολες μετατοπίσεις τους από το ένα κόμμα στο άλλο.

Η απάντηση ωστόσο είναι απλή. Οι πολίτες αρνούνται να γίνουν μονάδες μέτρησης και δεν ανταποκρίνονται στις κλήσεις των εταιρειών, ενώ και όσοι απαντούν αμύνονται διά του ψεύδους και της σκόπιμης παραπλάνησης των εταιρειών. Υπάρχει ασφαλώς και η αλλαγή της βάσης δεδομένων, η οποία είναι αποτέλεσμα των ανατροπών που έγιναν τα μνημονιακά χρόνια στην ελληνική κοινωνία. Μιλώ βεβαίως για όσες εταιρείες κάνουν σωστά τη δουλειά τους, γιατί οι άλλες που έχουν πληρωθεί για να βγάλουν συγκεκριμένο αποτέλεσμα θα το βγάλουν είτε μιλήσουν με πολίτες, είτε όχι.

Στην πραγματικότητα, μεγάλα επιχειρηματικά και οικονομικά «λόμπις», χρηματοπιστωτικοί κολοσσοί και εταιρείες αξιολογήσεων έχουν εισβάλει σε κυβερνήσεις, κοινοβούλια και κόμματα, ελέγχοντας τα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Κατασκευάζουν δικά τους ΜΜΕ, ενισχύουν υπάκουους πολιτικούς, αναδεικνύουν «πανεπιστημιακούς» και διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Και ασφαλώς επιχειρούν να οδηγήσουν την κοινή γνώμη σε όποια κατεύθυνση θέλουν.

Οι δημοσκοπήσεις αποτελούν πολύτιμο εργαλείο για τα μεγάλα συμφέροντα. Μία κατευθυνόμενη δημοσκόπηση μπορεί να προκαταλάβει τους πολίτες, να διαμορφώσει ισχυρό ρεύμα υπέρ κάποιου κόμματος ή εναντίον κάποιου άλλου, να αναδείξει ως δημοφιλές ένα πρόσωπο ή να στείλει στα βάραθρα δημοσκοπικά κάποιον ανεπιθύμητο. Και, φυσικά, να εμφανίσει την κοινή γνώμη ως ευνοϊκά ή αρνητικά διακείμενη σε κάποιο ζήτημα, προκειμένου να προκαλέσει ποικίλες εξελίξεις.

Ας μην ξεθαρρεύουν λοιπόν τα κόμματα όταν βλέπουν θετικές για τα ίδια δημοσκοπήσεις, ούτε να γίνονται αλαζονικά με τους αντιπάλους τους όταν εμφανίζονται να έχουν το πάνω χέρι. Και κυρίως ας μη χαράσσουν πολιτική πάνω στα δήθεν ποιοτικά ευρήματα των «γκαλοπατζήδων». Δηλαδή, χρειάζεται δημοσκόπηση για να μάθουμε ότι οι Έλληνες είναι θυμωμένοι με τα αποτελέσματα των μνημονίων; Ή ότι τους τρομάζει η ανεργία και οι περικοπές μισθών και συντάξεων;

Του Νίκου Σερβετά*

Δεν θα έπαιρνα τόσο σοβαρά μία πληροφορία που έχω κάμποσες ημέρες τώρα αναφορικά με τις κινήσεις προετοιμασίας που γίνονται για τον διαχωρισμό των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, αν δεν μου προκαλούσαν εντύπωση τρεις ειδήσεις που ήρθαν, η μία μετά την άλλη, για να χτυπήσουν πολύ δυνατά το καμπανάκι που λέει ότι «εδώ κάτι γίνεται».

Η πληροφορία δεν ήρθε από συνάδελφο ούτε από πολιτικό, αλλά από άμεσα ενδιαφερόμενο άτομο που σημαίνει, πολύ απλά, ότι ούτε να με χρησιμοποιήσει θέλει ούτε να παίξει ο ίδιος παιχνίδι. «Υψηλά ιστάμενος στην ιεραρχία της Εκκλησίας οργώνει την Ελλάδα και κάνει μασάζ σε τοπικά στελέχη προκειμένου να μην αντιδράσουν δυναμικά στην προοπτική διαχωρισμού Κράτους – Εκκλησίας. Διαβεβαιώνει ότι η μισθοδοσία τους θα συνεχίσει να γίνεται κανονικά από το κράτος και η πλήρης ανεξαρτητοποίηση από το Υπουργείο και τους πολιτικούς θα τους λύσει τα χέρια...».

Αμέσως μόλις το έμαθα, συζήτησα το θέμα με έμπειρο συνάδελφο. «Επί των ημερών του Σύριζα δεν πρόκειται να γίνει κάτι τέτοιο» ήταν το καταστάλαγμα της συζήτησης. Δεν με ικανοποίησε αλλά με φρενάρισε.

Ήρθαν όμως οι ειδήσεις:

Πρώτα, ο εκπρόσωπος της Εκκλησίας, Χάρης Κονιδάρης, εμμέσως πλην σαφώς δηλώνει ότι αν προχωρήσει το νομοσχέδιο για το θέμα του «προσδιορισμού φύλλου» η Εκκλησία θα αντιδράσει. Η είδηση βρίσκεται στην μη είδηση, διότι το νομοσχέδιο έγινε νόμος και η Εκκλησία, πλην σπασμωδικών δηλώσεων, δεν αντέδρασε. Ίσως στο μέλλον ...

Δεύτερον, η παραίτηση του Μητροπολίτη Αιγιαλείας Αμβρόσιου, κατά κόσμον Αθανάσιος Λένης, πρώην άνδρας των Σωμάτων Ασφαλείας. Η παραίτησή του έγινε ενώ εκκρεμεί εις βάρος του μήνυση που κατέθεσαν εννέα πολίτες με αφορμή υβριστικά και ομοφοβικά σχόλιά του. Δήλωσε γονατιστός ότι παραιτείται αλλά θα παραμείνει στη θέση του έως τις 31 Δεκεμβρίου 2018.

Τρίτον, η ανακοίνωση της Πρυτανείας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στην οποία αναφέρεται ότι «η προαναγγελθείσα τελετή απονομής του τίτλου του Επίτιμου Διδάκτορα του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ στον Παναγιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμο, αναβάλλεται για λόγους καλύτερης οργάνωσης». Αναβάλλεται, δεν ακυρώνεται!

Η αλήθεια είναι ότι η Εκκλησία δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοιες ενέργειες. Πότε απείλησε και δεν πραγματοποίησε την απειλή, πότε παραιτήθηκε Μητροπολίτης, πότε αναβλήθηκε παρόμοια με εκδήλωση; Μικρή υποχώρηση και κατάληψη θέσεων μάχης πριν την σύγκρουση, μπορεί να πει κάποιος, ίσως.

Άλλωστε οι έξωθεν καλές μαρτυρίες όλο και λιγοστεύουν. Μέσα σε λίγες μόνο μέρες είδαμε την πλήρη απουσία από το πλευρό των πλημμυροπαθών της Μάνδρας να προστίθεται στο σκάνδαλο με τα χρήματα που έστειλαν ομογενείς από την Αυστραλία για τους σεισμοπαθείς της Λέσβου και κατέληξαν να διατεθούν για την επισκευή ναών, ορισμένοι εκ των οποίων δεν είχαν υποστεί καμία απολύτως ζημιά.

Διαχωρίζοντας, φυσικά, το θρησκευτικό συναίσθημα των ανθρώπων από την κοινωνική συμπεριφορά μερικών ατόμων, υψηλά ιστάμενων στην Εκκλησιαστική ιεραρχία, κοινή είναι η διαπίστωση ότι η «Εκκλησία» χάνει το έρεισμά της στους πιστούς και στηρίζεται όλο και περισσότερο στον μηχανισμό που αναπαράγει τον εαυτό του, διότι απ’ αυτόν ζει, πλουτίζει και μέσου αυτού ασκεί εξουσία.

Αυτή η εξουσία ήρθε καιρός, επί ημερών Σύριζα, να καταργηθεί και η Εκκλησία να γίνει μόνο αυτό που λέει ότι είναι: Ανθρωπιά, αγάπη, αλληλεγγύη.
Θα πρέπει να παρακολουθώ συνεχώς την εξέλιξη της πληροφορίας που είχα, οι ενδείξεις λένε ότι δεν είναι για πέταμα.

*Ο Νίκος Σερβετάς είναι δημοσιογράφος, εργάζεται στην εφημερίδα Documento και συνεργάζεται με ξένα τηλεοπτικά δίκτυα.

Τελικά σε αυτή τη χώρα, οι βρώμικες ιστορίες, αυτές που στοιχίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια, κάποιες από αυτές και ζωές, δεν πρόκειται ποτέ - δυστυχώς - να βρούν την τιμωρία που τους αρμόζει. Και αν αναρωτιέστε γιατί, η απάντηση είναι ότι η ελληνική δικαιοσύνη, εκτός από τις λαμπρές στιγμές της, έχει και μελανές περιόδους, με απολύτως καταδικαστέες αποφάσεις που πάρθηκαν και κατακριτέους χειρισμούς λειτουργών της που την εκθέτουν.

Mε αφορμή την ημέρα κατά της βίας των γυναικών, ένα φαινόμενο που δυστυχώς έχει ολοένα και περισσότερα κρούσματα. Και δυστυχώς, παρά το γεγονός ότι ολοένα και περισσότερες γυναίκες καταγγέλουν παρόμοια κρούσματα, ο φόβος ακόμα κλείνει στόματα και τραυματίζει ψυχές και ολόκληρες ζωές...

Αν οι ‘Έλληνες δεν ήταν ένας λαός επιλησμόνων θα έπρεπε να έχουν στείλει στα κατάβαθα της αφάνειας όλους αυτούς που συνετέλεσαν στη διάλυση της χώρας και οι οποίοι βεβαίως διέλαθαν επιμελώς της προσοχής της Δικαιοσύνης, για τα εγκλήματα που έκαναν επί σειρά ετών.