Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

Του Σωτήρη Καψώχα

Αν αφαιρέσει κάποιος από τους έλληνες πολίτες  τις κομματικές διόπτρες και τους ρωτήσει τι προσδοκίες έχουν για το μέλλον της χώρας, η απάντηση θα είναι από θετική έως αισιόδοξη. Αν έκανε το ίδιο ερώτημα και το 2010, λίγο πριν από τα μνημόνια, η απάντηση θα ήταν ανεπιφύλακτα αρνητική έως και απαισιόδοξη.

Κι όμως η κατάσταση το 2010 ήταν πολύ καλύτερη από σήμερα σε ότι αφορά στους δείκτες της οικονομίας και σε ότι είχε σχέση με το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας. Σήμερα το δημόσιο χρέος κινείται στο 180% του ΑΕΠ, το 2010 ήταν κοντά στο 126%. Η ανεργία σήμερα είναι 20,5%, ενώ τότε ήταν κοντά στο 11%. Οι μισθοί και οι συντάξεις σήμερα έχουν υποστεί αλλεπάλληλες μειώσεις που ανεβάζουν τις απώλειες άνω του 40% σε σύγκριση με το 2010, ενώ το επίπεδο κοινωνικής πρόνοιας, ασφάλισης και εργασίας βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα υποβάθμισης σήμερα, εάν τεθεί στη βάσανο της ζύγισης με το όχι και τόσο μακρινό χθες.

Το ερώτημα συνεπώς που εγείρεται είναι αμείλικτο: Τι είναι αυτό που κάνει τη διαφορά μεταξύ του σήμερα και του χθες στην ψυχολογία των Ελλήνων; Η απάντηση είναι εξόχως απλή: «αυτό που λένε οι άλλοι».

 Πριν οκτώ χρόνια, διεθνείς οίκοι, ευρωπαίοι αξιωματούχοι, επίσημες κυβερνήσεις, στελέχη των αγορών, περιώνυμοι κερδοσκόποι και εγχώριοι πολιτικοί αλλά και επιχειρηματίες, λειτουργούσαν ως σήμαντρα χρεοκοπίας της χώρας. Έφτιαχναν κλίμα αρνητικό σε βάρος της οικονομίας και των κοινωνικών δομών της Ελλάδας. Το αποτέλεσμα το βιώσαμε όλοι μας.

Στην παρούσα φάση ακολουθείται ακριβώς η αντίστροφη πορεία. Όλοι οι ειδικοί, οι πιστωτές και οι αγορές, συνεπικουρούμενες από την ελληνική κυβέρνηση και τη μεγαλύτερη μερίδα της επιχειρηματικής ελίτ της χώρας, τροφοδοτούν επίμονα την κοινωνία με ιαχές θάρρους και αισιοδοξίας. Ταυτόχρονα στρώνουν το έδαφος για να βγει η χώρα αποφασιστικά στον πηγαιμό για τη δική της …Ιθάκη της ευημερίας.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όλοι έκαναν τη δουλειά τους. Κάποιοι έβγαλαν χρήματα με την χρεοκοπία της χώρας(Γερμανία, ΔΝΤ, κερδοσκοπικά Funds)  και ορισμένοι έσωσαν τα μαγαζιά τους (Γερμανικές, Γαλλικές και Ιταλικές τράπεζες) ή ακόμη απέφυγαν την καταστροφή , αφού ισοφάρισαν ζημιές που έπαθαν από την κρίση των τοξικών ομολόγων στις ΗΠΑ.

Το χειρότερο είναι ότι κάποιοι, ενδεχομένως και οι ίδιοι, θα ξανακερδοσκοπήσουν από την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και θα αποκομίσουν νέα οφέλη από την ανοδική πορεία των εγχώριων δεικτών και την έξοδο της χώρας στις διεθνείς αγορές.

Το παιχνίδι είναι σκληρό και το παίζουν συνήθως αυτοί που το ξέρουν. Να θυμίσω απλά ότι θύματα κερδοσκοπίας έχουν πέσει κατά καιρούς ακόμη και κραταιές χώρες, όπως η Μεγάλη Βρετανία (από τον Τζορτζ Σόρος), η Ρωσία, η Βραζιλία  και η Ιαπωνία.

Μπορεί η Ελλάδα, ενόψει εξόδου από τα μνημόνια στήριξης, να χρειάζεται τα χρήματα των χρηματοπιστωτικών οίκων για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της, ωστόσο, η κυβέρνηση ας αποφύγει τη θεοποίηση των αγορών. Οι ιθύνοντες της οικονομίας οφείλουν να  οικοδομήσουν την επόμενη μέρα  πάνω σε ένα άλλο στρατηγικό σχέδιο που δεν θα στηρίζεται στον εύκολο δανεισμό. Αντίθετα, θα πρέπει να εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις για  τη δημιουργία εσωτερικής υπεραξίας, που θα προέλθει από την ενδυνάμωση της εγχώριας παραγωγής και την ενίσχυση της καινοτομίας και της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Και κυρίως, ας πάει στον αγύριστο το μοντέλο της πελατειακής επιχειρηματικότητας –των δήθεν μεγάλων έργων- πάνω στο οποίο στήθηκε το πάρτι του πλουτισμού των ευνοημένων και της χρεοκοπίας της χώρας.

Οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο, εκλεγμένες με την ψήφο των πολιτών, ασκούν την πολιτική, την οποία είχαν εξαγγείλει και αυτή που πρέπει να προστατεύει τα συμφέροντα των πολλών, όπως άλλωστε επιτάσσει το Σύνταγμα, τουλάχιστον σε σχέση με τη χώρα μας. Το ερώτημα είναι, αν οι κυβερνήσεις μπορούν να υπερκεράσουν την εξουσία που εκπορεύεται από τα πολυποίκιλα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα και η οποία ασκεί την υπόγεια και καταλυτική επιρροή της, ανεξαρτήτως κομμάτων και κυβερνήσεων.

Μια απλή φωτογραφία σε ηλεκτρονικό κατάλογο. Ένα αγοράκι-μοντέλο φοράει ένα πράσινο φούτερ H&M με ένα σύνθημα. Ως εδώ καλά. Μόνο που το σύνθημα λέει: «Η πιο cool μαϊμού στη ζούγκλα». Και «όλως τυχαίως» το αγοράκι είναι μαύρο κι όχι λευκό και ξανθό με λαμπερά γαλανά μάτια.

Η πολύχρονη οικονομική κρίση που διέρχεται η Ελλάδα, κατεδάφισε κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις και ισοπέδωσε αξίες, ανατρέποντας όσα είχε κατακτήσει η ελληνική κοινωνία - και δεν αναφέρομαι βεβαίως στην αλόγιστη σπατάλη, στον παρατεταμένο και πολλάκις υποκινούμενο δανεισμό, στον ατομικό και απολύτως αρρωστημένο εγωκεντρισμό. Τον ερχόμενο Αύγουστο η Ελλάδα βγαίνει από τα μνημόνια. Αλλά η κοινωνία πλέον δεν είναι η ίδια, ο ιστός της έχει υποστεί καθοριστικές αλλοιώσεις.

Του Σωτήρη Καψώχα

Η θέση της ΝΔ για το σκοπιανό ότι «χωρίς ενιαία θέση στην ονομασία της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας για εμάς δεν υπάρχει κυβέρνηση» είναι άκρως τυχοδιωκτική.

 Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αντί να προϊδεάζει –έστω- για τη στάση που θα κρατήσει σε ένα τόσο σοβαρό εθνικό θέμα που βρίσκεται επί δεκαετίες σε αδιέξοδο, ακολουθεί παρελκυστική τακτική, βάζοντας στο τραπέζι ζήτημα δεδηλωμένης της κυβέρνησης. Λες και το ζητούμενο είναι πως θα ερμηνεύσουμε διασταλτικά το Σύνταγμα της χώρας για να ανακαλύψουμε τρόπους διάλυσης του κυβερνητικού σχήματος.

Ωστόσο πίσω από το προφανές, δηλαδή να αξιοποιηθεί η ευκαιρία της διαφωνίας Τσίπρα – Καμμένου για να πέσει η κυβέρνηση και να πάει η χώρα σε εκλογές, υπάρχει κάτι πολύ βαθύτερο, αν και καλά φυλαγμένο μέχρι τώρα. Έχει να κάνει με τον εσωτερικό διχασμό που προκαλεί το θέμα στην αντιπολίτευση, και όχι μόνο στη μείζονα.

Στη ΝΔ η γραμμή, που διατύπωσαν τόσο η εκπρόσωπος Τύπου Μαρία Σπυράκη, όσο και η Ντόρα Μπακογιάννη,  περί απώλειας της δεδηλωμένης εάν δεν καταλήξουν σε κοινή θέση οι κυβερνητικοί εταίροι ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ κρύβει τουλάχιστον δύο εσωτερικά πολιτικά μέτωπα. Το πρώτο αφορά τον Αντώνη Σαμαρά και την ομάδα του, οι οποίοι μέχρι στιγμής αποφεύγουν να γνωστοποιήσουν τις θέσεις τους και κυρίως να τοποθετηθούν επί του εάν είναι αποδεκτό ή όχι το “δόγμα” του Βουκουρεστίου και του Κώστα Καραμανλή «για σύνθετη ονομασία erga omnes (έναντι όλων) με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη Μακεδονία»

Το δεύτερο μέτωπο έχει να κάνει με τις διεργασίες που γίνονται από τα δεξιά της ΝΔ και τους φόβους που προκαλούν στο επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη για περίπλοκες και επικίνδυνες καταστάσεις στο εσωτερικό του κόμματος. Ηδη, οι πληροφορίες που υπάρχουν στην Πειραιώς δείχνουν αυξημένη κινητικότητα, με τους «μακεδονομάχους» να ετοιμάζουν τις φαρέτρες τους σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η σύνθετη ονομασία στο γειτονικό κρατίδιο.

Υπάρχει όμως και ένα επιπλέον ζήτημα, εξίσου σημαντικό Αυτό είναι περισσότερο ενδο-οικογενειακό και λιγότερο εσωκομματικό. Πρόκειται για τη σοβούσα κρίση στις σχέσεις Κυριάκου – Ντόρας, καθώς η πρώην υπουργός Εξωτερικών επιδιώκει να πάρει “πρώτο ρόλο” στην δημόσια αντιπαράθεση για το Μακεδονικό, ακολουθώντας την πολιτική του πατρός της, όταν ήταν πρωθυπουργός

Σε ότι αφορά την ελάσσονα αντιπολίτευση, ιδιαίτερο σύνθετο δείχνει, το σκηνικό και στο Κίνημα Αλλαγής. Η Φώφη Γεννηματά δήλωσε ότι «θα τοποθετηθούμε υπεύθυνα όταν η κυβέρνηση φέρει ενημέρωση για τις προτάσεις που τελούν σε διαπραγμάτευση». Ωστόσο το Μακεδονικό τείνει να αναζωπυρώσει τη διαχρονική αντιπαράθεση Βενιζέλου – Γιώργου Παπανδρέου ενώ δίνει χώρο υπέρβασης στον Σταύρο Θεοδωράκη, ο οποίος δήλωσε ότι «η λύση είναι μπροστά μας και δεν θα περιμένει για πάντα».

 Ο Γιώργος Παπανδρέου μιλάει για «λύση τώρα» και τάσσεται κατά της επίσημης γραμμής της ΝΔ, ενώ ο Ευάγγελος Βενιζέλος, με άρθρο του στην προσωπική του ιστοσελίδα έδειξε να ταυτίζεται πλήρως με τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τόσο στο θέμα της ενιαίας γραμμής των κυβερνητικών κομμάτων όσο και στο ζήτημα της δεδηλωμένης.

Είναι προφανές ότι το «σκοπιανό» θα δημιουργήσει αναταράξεις σε όλο το πολιτικό σκηνικό, καθώς η απουσία  ενιαίας γραμμής δεν συνιστά πρόβλημα μόνον της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Όλα δείχνουν ότι η επίκληση  της πλειοψηφίας των βουλευτών που έκανε ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς είναι μάλλον η πιο πιθανή διέξοδος εάν επέλθει η τελική συμφωνία για το Μακεδονικό...

Γράφει ο καθηγητής Γιάννης Α. Μυλόπουλος, πρόεδρος της Αττικό Μετρό ΑΕ

Αν υπάρχει κάτι που να ενώνει σήμερα όλους τους Έλληνες, ανεξαρτήτως αντιλήψεων, πολιτικής τοποθέτησης ή κοινωνικού προσανατολισμού, αυτό αναμφίβολα είναι ο στόχος της ανάπτυξης της οικονομίας. Όλοι ομνύουν στην ανάπτυξη και όλοι συμφωνούν ότι η επίτευξή της είναι η προϋπόθεση για να βγει η Ελλάδα οριστικά από το τούνελ της ομηρίας και τα δεσμά των μνημονίων που βύθισαν τη χώρα στη λιτότητα, την ύφεση και τη φτώχεια.

Δεν αντιλαμβάνονται όλοι, όμως, την ανάπτυξη με τον ίδιο τρόπο. Οι οπαδοί του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, για παράδειγμα, όψιμοι ή και παραδοσιακοί, αντιλαμβάνονται ως ανάπτυξη οποιαδήποτε επικερδή οικονομική δραστηριότητα. Οποιαδήποτε δηλαδή επένδυση μπορεί να φέρει κέρδος, ανεξαρτήτως από το ποιος μπορεί να ωφελείται και ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις που αυτή θα έχει στην οικονομία και στην ευρύτερη κοινωνία, συνιστά γι αυτούς, χωρίς δεύτερη σκέψη, αναπτυξιακή δραστηριότητα. Απόλυτος κριτής της ανάπτυξης, στο νεοφιλελεύθερο λεξιλόγιο, αναγορεύεται λοιπόν το κέρδος, το μέγεθος του οποίου είναι και αυτό που καθορίζει και την έκταση της επιτυχίας κάθε αναπτυξιακού εγχειρήματος.

Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη, οι κερδοφόρες δραστηριότητες, εφόσον κινούν την οικονομία, παράγοντας κέρδος και εφόσον ανοίγουν νέες θέσεις εργασίας, συνιστούν χωρίς άλλες προϋποθέσεις αναπτυξιακές δραστηριότητες. Γι αυτό και όσο λιγότερες παρεμβάσεις γίνονται στην οικονομία, όσο το δυνατόν δηλαδή λιγότεροι είναι οι όροι και οι προϋποθέσεις που τίθενται και όσο λιγότεροι είναι οι έλεγχοι που γίνονται για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, την προαγωγή του κοινωνικού οφέλους και την προστασία και διατήρηση του περιβάλλοντος, τόσο πιο εξασφαλισμένη είναι η επένδυση και πιο επιτυχής η αναπτυξιακή προσπάθεια.

Εδώ βρίσκεται λοιπόν η κεντρική διαφορά της οικονομικής ανάπτυξης που υποστηρίζει ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός, το επιθετικό αυτό οικονομικό μοντέλο που γέννησε η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, σε σχέση με την δύσκολη παραδοχή της βιώσιμης ανάπτυξης. Η υποστήριξη του δημόσιου συμφέροντος, η προαγωγή του κοινωνικού οφέλους και η περιβαλλοντική προστασία και διατήρηση, οι οποίες θέτουν όρια και φραγμούς στην ανεξέλεγκτη κερδοφορία της ελεύθερης αγοράς, στο νεοφιλελεύθερο πνεύμα χαρακτηρίζονται ως αντιαναπτυξιακοί παράγοντες. Ο ρόλος λοιπόν του δημόσιου τομέα στη νεοφιλελεύθερη αντίληψη, ως εγγυητή της κοινωνικής και περιβαλλοντικής ανάπτυξης, χαρακτηρίζεται ως «αντιαναπτυξιακός» και συνεπώς πρέπει να συρρικνωθεί έως μηδενισμού, προκειμένου να επιτραπεί στον ιδιωτικό τομέα να επιτύχει τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία.

Η «ελευθερία» λοιπόν στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης δεν αναφέρεται ούτε στην ισότιμη πρόσβαση όλων στους καρπούς της ανάπτυξης, ούτε στην απελευθέρωση της κοινωνίας και στην ελεύθερη επιλογή των πολιτών, όπως σκοπίμως παραπληροφορούν οι νεοφιλελεύθεροι. Αντίθετα, αφορά αποκλειστικά στην απόλυτη ελευθερία που απολαμβάνουν όσοι ελέγχουν το κεφάλαιο και την αγορά, να αναπτύσσονται οικονομικά χωρίς όρια, κανόνες και φραγμούς.

Αυτές οι συνθήκες της χωρίς ελέγχους και φραγμούς αγοράς, με την απόλυτη ελευθερία στη διακίνηση του κεφαλαίου και των εργατικών χεριών, ήταν που επέτρεψαν στην εποχή της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας τη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια μιας μικρής ολιγαρχίας, οδηγώντας αφενός μεν τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών στη φτώχεια και αφετέρου τον πλανήτη στην υποβάθμιση και εξάντληση των φυσικών πόρων, καθώς και σε μη αντιστρεπτές κλιματικές αλλαγές. Αφού οι εγγυήσεις υπέρ της κοινωνίας και του περιβάλλοντος θυσιάστηκαν, στα χρόνια της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, στον βωμό του κέρδους των λίγων που ελέγχουν σήμερα την παγκόσμια οικονομία.

Σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, η δύσκολη επιλογή της βιώσιμης ανάπτυξης ενσωματώνει στην ανάπτυξη εκτός από οικονομικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, αναγορεύοντας την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον στους τρεις ισότιμους πυλώνες κάθε αναπτυξιακής δραστηριότητας. Η ύπαρξη κανόνων, ορίων και προϋποθέσεων που ισορροπούν τα οφέλη στους τρεις πυλώνες, είναι κεντρική στην υπόθεση της βιωσιμότητας της οικονομίας, γι αυτό και αυτό το μοντέλο χαρακτηρίζεται από δύο ιδιότητες που είναι άγνωστες στο μοντέλο του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού:

1. Τη δικαιοσύνη στη δυνατότητα πρόσβασης στην αναπτυξιακή προσπάθεια και στα οφέλη της, αφού οι κοινωνικές εγγυήσεις επιτρέπουν σε όλους να συμμετέχουν ισότιμα στην οικονομική δραστηριότητα είτε άμεσα, μέσω της αξιοποίησης των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων κάθε τόπου, είτε όμως και έμμεσα, για τους αδύναμους οικονομικά, οι οποίοι μπορούν και απολαμβάνουν τα οφέλη της δίκαιης κατανομής των καρπών της ανάπτυξης μέσω των δημόσιων συστημάτων υγείας, παιδείας, κοινωνικής ασφάλισης, συγκοινωνιών κλπ.

2. Τη διάρκεια της αναπτυξιακής δραστηριότητας, αφού οι περιβαλλοντικές εγγυήσεις εξασφαλίζουν τη διατήρηση των οικοσυστημάτων και των φυσικών και ενεργειακών πόρων, που όπως είναι πλέον κοινά αποδεκτό αποτελούν τη βάση κάθε οικονομικού εγχειρήματος.

Έτσι, με δυο λόγια θα λέγαμε ότι η ανάπτυξη του νεοφιλελεύθερου μοντέλου είναι μια ταχύρρυθμη όσο και βραχύβια ανάπτυξη που ωφελεί λίγους και ζημιώνει πολλούς, ενώ η βιώσιμη ανάπτυξη είναι μια λιγότερης έντασης και μικρότερης κερδοφορίας, δίκαιη όμως ανάπτυξη που απευθύνεται στους πολλούς και έχει διάρκεια στον χρόνο.

Κορυφαίο, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της νεοφιλελεύθερης αντίληψης για την ανάπτυξη, συνιστά η υπόθεση της εξόρυξης χρυσού στις Σκουριές της Χαλκιδικής. Η οποία γίνεται τόσο πιο κερδοφόρος για τους διεθνείς επενδυτές, όσο λιγότεροι είναι οι περιορισμοί για τη διασφάλιση της περιβαλλοντικής ακεραιότητας της βόρειας Χαλκιδικής και όσο λιγότερες είναι οι προϋποθέσεις που διασφαλίζουν την ταυτόχρονη διατήρηση και των υπολοίπων οικονομικών δραστηριοτήτων, οι οποίες εξαρτώνται άμεσα από την περιβαλλοντική ισορροπία, όπως η δασοκομία, η αγροτική ανάπτυξη, η αλιεία και ο τουρισμός στην ευρύτερη περιοχή.

Εδώ βρίσκεται και ο λεγόμενος νεοφιλελεύθερος λαϊκισμός, σύμφωνα με τον οποίον οι 1500 νέες θέσεις εργασίας που προστέθηκαν λόγω εξορυκτικής δραστηριότητας, προβάλλονται ως άλλοθι για να βυθιστεί στη φτώχεια και την ανεργία το σύνολο του πληθυσμού της περιοχής, που θα μείνει χωρίς δουλειά όταν καταστραφεί το δάσος, όταν ρυπανθούν το έδαφος, τα νερά και η ατμόσφαιρα και όταν εξαφανιστεί η βιοποικιλότητα και η βλάστηση στην ευρύτερη περιοχή, εμποδίζοντας κάθε άλλη οικονομική δραστηριότητα, πλην της μεταλλευτικής.

Ο δύσκολος δρόμος της βιώσιμης ανάπτυξης δεν απαγορεύει τις επενδύσεις, ούτε οδηγεί στην από-ανάπτυξη, όπως επιμόνως προπαγανδίζουν τα παπαγαλάκια του νεοφιλελευθερισμού. Αντίθετα, επιβάλλει την θέσπιση και εφαρμογή αυστηρών όρων και προϋποθέσεων στην ανεξέλεγκτη οικονομική δραστηριότητα, προκειμένου αυτή να κινείται εντός των ορίων της φέρουσας ικανότητας της κοινωνίας και του περιβάλλοντος.

Η βιώσιμη ανάπτυξη είναι λοιπόν η ανάπτυξη που θέτει όρους και προϋποθέσεις που επιτρέπουν εκτός από την οικονομική, την κοινωνική και την περιβαλλοντική ανάπτυξη μιας περιοχής. Είναι συνεπώς μια δίκαιη ανάπτυξη, με την έννοια ότι διασφαλίζει την ισότιμη πρόσβαση όλων στην οικονομική διαδικασία, περιορίζοντας τη δυνατότητα των οικονομικά ισχυρών να νέμονται μόνοι αυτοί, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα ενός τόπου.

Επιπλέον, η βιώσιμη ανάπτυξη μπορεί και έχει διάρκεια, αφού η ολοκληρωμένη θεώρηση οικονομίας, κοινωνίας και περιβάλλοντος διασφαλίζει την αρμονική συνύπαρξη των τριών βασικών πυλώνων της ανθρώπινης δραστηριότητας, σε αντίθεση με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που οδηγεί υποχρεωτικά σε οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά αδιέξοδα και κρίσεις, μια από τις οποίες βιώνουμε, με επώδυνο τρόπο, σήμερα.

Η εκ του αποτελέσματος επίγνωση της αλήθειας για τις συνέπειες της εφαρμογής του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, αποτελεί, πολιτικά, το αδύναμο σημείο των δεξιών και κεντροαριστερών υποστηρικτών του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού σήμερα στην Ελλάδα. Συγχρόνως, αυτή η επώδυνη επίγνωση από όλους όσους γευτήκαμε τις συνέπειες των νεοφιλελεύθερων ακροτήτων, αποτελεί και το ισχυρό πλεονέκτημα της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα σήμερα που υποστηρίζει και εμπεδώνει, με τα Περιφερειακά Αναπτυξιακά Συνέδρια, τον δύσκολο, όσο όμως και ελπιδοφόρο οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά δρόμο της βιώσιμης ανάπτυξης.

ΠΗΓΗ: Αναδημοσίευση από το πρακτορείο ΑΠΕ-ΜΠΕ

Του Χρίστου Τσατσαρώνη

Ημέρες εορτών που διανύουμε, είναι να απορείς και να προβληματίζεσαι, πως γίνεται αυτή η φουρνιά των νεότερων συντηρητικών πολιτικών, να συνεχίζει απτόητη και παρά τις συνεχόμενες ήττες της, έναν πόλεμο χαρακωμάτων, εναντίον της γενιάς των εξίσου νέων πολιτικών της Αριστεράς που κυβερνούν σήμερα τη χώρα, πόλεμος που αδήριτα καταλήγει εναντίον των πολιτών στο σύνολό τους, πλην μίας θλιβερής μειοψηφίας, που πάντα ανήκε στην κατηγορία των απάτριδων και εραστών-καταχραστών του χρήματος.

Εδώ και μήνες, υπάρχει ένα συστηματικό σχέδιο, που επεξεργάστηκαν δήθεν φωτεινοί εγκέφαλοι, για να βοηθήσουν τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκο Μητσοτάκη, να αναρριχηθεί στη θέση του πρωθυπουργού της χώρας, σχέδιο που ακολουθείται κατά γράμμα, ακόμα και όταν διαπιστώνεται ότι όλες οι προηγηθείσες πράξεις του, απέτυχαν παταγωδώς, επιφέροντας αντί κερδών, ζημία στην συντηρητική παράταξη.

Οι εγκέφαλοι αυτής της στρατηγικής, ιδίως αυτοί που είχαν την ευθύνη εκπόνησής του, προέρχονται από τα σπλάχνα της Αριστεράς, ένας από τις τάξεις του ΚΚΕ, άλλος από τις τάξεις του ΚΚΕ Εσωτερικού, άλλος από τη σχολή Κατσανέβα, όλοι με ένα μισητό στόχο: αυτούς που έμειναν αριστεροί και τους πήραν την εξουσία και τους λοιδορούν κιόλας, γιατί περάσαν απέναντι. Κάτι σαν ιερός πόλεμος, δηλαδή και δεν υπερβάλλω.

Μαζί με τους ακραιφνείς της παράταξης, έχουν οικοδομήσει μία Βαβέλ, από την οποία, δυστυχώς και να ήθελε ο Κυριάκος Μητσοτάκης να ''ξεφύγει'', δεν μπορεί, είναι ο ηγέτης της, αυτός επέλεξε τα μέλη που την απαρτίζουν, υιοθετώντας το δόγμα τους, ότι ''ακόμα και με το διάβολο θα συμμαχήσουμε'', θα παραποιήσουμε ακόμα και τον...Αϊνστάιν, θα παίξουμε κορώνα-γράμματα την ιστορία της παράταξης, θα κάνουμε τα πάντα για να πάρουμε την εξουσία, ακόμα και αδελφικές σχέσεις θα τινάξουμε στον αέρα.

Θεωρώ απολύτως θεμιτή τη φιλοδοξία και την επιδίωξη του κ.Μητσοτάκη να διεκδικήσει και να πάρει τα ηνία της εξουσίας της χώρας στα χέρια του. Ο καθένας θα μπορούσε να έχει τέτοιο στόχο, απλώς αν δεν ήταν γιός πρώην πρωθυπουργού, θα δυσκολευόταν... κομμάτι να φτάσει στα σημερινά αξιώματα και τις επιδιώξεις του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας.

Αλλά, θα έπρεπε να γνωρίζει ο διεκδικητής της εξουσίας, ορισμένους κανόνες - απαράβατους στην πολιτική: δεν μπορείς να υιοθετείς το ''τα λόγια μου είναι δικά μου, οι ευθύνες των κολλητών μου'' και να ξεμπερδεύεις με λόγια και πράξεις των στενότερων συνεργατών σου - από Άδωνι και Αυγενάκη, μέχρι και τα στελέχη που επέλεξε και βρέθηκαν με πλαστά πτυχία.

Υπάρχει, όμως και ένα πολύ μελανό σημείο, το οποίο ακόμα και σήμερα είτε πραγματικά δεν τον νοιάζει να το αποδιώξει από πάνω του - άρα αποτελεί γνώρισμα κάκιστο του ανδρός - είτε τον κρατάνε δικοί του, πολύ δικοί του άνθρωποι, με πρώτη τη σύζυγό του των παραδεισένιων και εξωτικών δραστηριοτήτων: το πόθεν έσχες, δικό του και της συζύγου του, Μαρέβας Γκραμπόφσκι, όταν ήταν ''σε διάσταση'', δηλαδή ζούσαν χωριστά, αλλά χωρίς διαζύγιο, όπερ σημαίνει καθολική συμμετοχή, νομικά και φορολογικά, σε όλες τις δραστηριότητες του ζεύγους.

Επιπλέον, θα έπρεπε να γνωρίζει ο πρόεδρος της ΝΔ, ότι ''η καμήλα, είναι ένα άλογο που φτιάχτηκε από επιτροπή'' - επικοινωνίας εν προκειμένω και να αλλάξει ρότα, από το να υιοθετεί άκριτα και βιαστικά, ό,τι εφευρίσκει η επικοινωνιακή του ομάδα, για να τον διατηρεί, υποτίθεται στην επικαιρότητα - εδώ ταιριάζει το ''αν δεν έχεις νέα ευχάριστα να πεις, καλύτερα να μην μας πείς κανένα''....

Και τελευταίο: Την συγκυριακή φήμη, την χάνεις, όταν, εκτός του ότι αρχικά δεν έχεις χτίσει μόνος σου, δεν τη φροντίζεις και την χαραμίζεις σε αστείες ''σταυροφορίες'' - ακόμα και οι πιστοί σου το βλέπουν και δυσπιστούν τα μάλλα απέναντί σου. Άλλωστε, κανείς σήμερα δε ζεί εμφορούμενος από το πνεύμα εκείνων των εκστρατειών, πλην, είπαμε της επικοινωνιακής σου ομάδας και του πολύ στενού πυρήνα στελεχών σου...

 

Του Σωτήρη Καψώχα

Ίσως, το μοναδικό πράγμα για το οποίο θα έπρεπε να βρουν σημείο σύγκλισης τα πολιτικά κόμματα, οι συνδικαλιστικές παρατάξεις και τα επιχειρηματικά λόμπι της χώρας, είναι η 20η Αυγούστου 2018, όταν δηλαδή ολοκληρώνεται ημερολογιακά η διαδικασία κατοχής της Ελλάδας από τους διεθνείς δανειστές της.

Η απελευθέρωση από τον ασφυκτικό ζυγό των μνημονίων και η αυτοδύναμη έξοδος στις αγορές, θα έπρεπε να αποτελεί το ζητούμενο, το επιδιωκόμενο και το ευκταίο για όλους, συνενώνοντας τους πάντες εντός της χώρας σε αυτό τον στρατηγικό στόχο.

Κι όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Κυβέρνηση και σύμπασα η αντιπολίτευση(σε ένα σώμα και μια ψυχή), ερίζουν για το εάν θα είναι καθαρή ή ελεγχόμενη η έξοδος από το μνημόνιο, για το πόσο θα μας κοστίσει σε νέα μέτρα η «ελευθερία», για το εάν υπάρχει κάποια κρυφή ή φανερή νέα εποπτεία στο βάθος των αιώνων και άλλα ηχηρά παρόμοια. Το χειρότερο ωστόσο είναι ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ορισμένα επιχειρηματικά συμφέροντα προσπαθούν να δημιουργήσουν αρνητικά τετελεσμένα, προκειμένου να αποφευχθεί η όσο το δυνατόν πιο «καθαρή» απεμπλοκή της χώρας από τη μέγγενη των δανειστών.

Ο αρχηγός της ΝΔ, Κυριάκος Μητσοτάκης, σε κάθε ευκαιρία κάνει λόγο για ένα κρυφό μνημόνιο που έχει υπογραφεί, η Φώφη Γεννηματά μιλάει για μια αέναη εποπτεία, ο Σταύρος Θεοδωράκης διατείνεται ότι η χώρα αντιμετωπίζει ακόμη το ενδεχόμενο χρεοκοπίας, ο Δημήτρης Κουτσούμπας υποστηρίζει ότι η Ελλάδα έχει παραδοθεί στους αιμοσταγείς καπιταλιστές και οι Χρυσαυγίτες  επαναφέρουν το «Γουδή».

Κορυφαία ωστόσο πράξη απαξίωσης της προσπάθειας θεωρείται η παρέμβαση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος έσπευσε να υποδείξει το δρόμο της νέας εποπτείας της χώρας, ρίχνοντας στο διεθνή στίβο των αγορών την ανάγκη παροχής «προληπτικής στήριξης» στην Ελλάδα, αμέσως μόλις ολοκληρωθεί το πρόγραμμα. Στην ουσία πρότεινε μια διαρκή επιτήρηση από τους ευρωπαίους δανειστές.

Υπάρχουν βεβαίως και επιχειρηματίες που δεν επιθυμούν να έχει αίσιο τέλος η υπόθεση ελληνικά μνημόνια. Αυτοί παίζουν με τη βιωσιμότητα τους τραπεζικού συστήματος. Με πρόταγμα τα «κόκκινα δάνεια» και τους πλειστηριασμούς καλλιεργούν κλίμα νέας ανακεφαλαιοποίησης στις τράπεζες, εξέλιξη που αν συμβεί θα τινάξει στον αέρα το εγχείρημα της ολοκλήρωσης του δημοσιονομικού προγράμματος της ελληνικής οικονομίας.

Στο ερώτημα γιατί όλη αυτή η δραστηριότητα, η απάντηση είναι απλή: Προηγείται το ατομικό και κομματικό συμφέρον από το εθνικό. Τα πολιτικά πρόσωπα και τα κόμματα που διαχειρίστηκαν την χρεοκοπία της χώρας , τρέμουν το τέλος των μνημονίων και την καθαρή έξοδο γιατί αυτομάτως τελειώνουν πολιτικά και ηθικά. Που θα σταθούν μετά οι «φωτισμένοι» ηγέτες και οι παντός καιρού «σωτήρες» του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, όταν θα γίνει συνείδηση του λαού πως αυτοί έφεραν στη χώρα τα μνημόνια και άλλος τα έδιωξε;

Από την άλλη, καταρρέει η παλαιά κρατικοδίαιτη επιχειρηματική «ελίτ», η οποία συνέχισε να δανείζεται από τις τράπεζες εκατοντάδες εκατομμύρια –και χωρίς εγγυήσεις- την περίοδο 2010-2014, όταν τα πιστωτικά ιδρύματα είχαν χρεοκοπήσει και η επιβίωσή τους οφείλεται στα δάνεια της τρόικας που βαρύνουν τον ελληνικό λαό.

Ολόκληρο το παλαιό σύστημα εξουσίας, γνωρίζει καλά ότι μια θετική εξέλιξη στην οικονομία, καθιστά τον Αλέξη Τσίπρα και το κόμμα του κυρίαρχους στην εγχώρια πολιτική σκηνή και ταυτόχρονα δημιουργούνται νομοτελειακά νέοι κανόνες στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Οι γόνοι, οι επίγονοι και οι απόγονοι τελειώνουν, καθώς επίσης και η «ελέω ισχυρών συμφερόντων» δημιουργία και λειτουργία κομμάτων. Όσο για τους «Μεσσίες» -που έχουμε πολλούς τέτοιους στη χώρα, μάλλον θα πρέπει να ψάξουν άλλη δραστηριότητα για να ευδοκιμήσουν.    

Του Σωτήρη Καψώχα

Η ελληνική κοινωνία, ανεξαρτήτως κομματικών, θρησκευτικών και οικονομικών επιλογών, χαρακτηρίζεται σήμερα από δύο στερεοτυπικά συναισθήματα: την αδιαφορία και την απελπισία. Αδιαφορία για την κλοπή και τα εγκλήματα που συντελέστηκαν στη χώρα και απελπισία για το μέλλον και τις προοπτικές των πολιτών της.

Στην ουσία, ο διχασμός αυτός καθορίζει τις ομαδικές συμπεριφορές, είτε σε επίπεδο πολιτικών δράσεων, είτε σε ότι έχει σχέση με τη θολούρα διαμόρφωσης μιας εθνικής στρατηγικής που θα εκπηγάζει από τα κοινωνικά στρώματα και θα δημιουργεί το νέο συλλογικό διεκδικητικό πλαίσιο.

Το νεφέλωμα αυτό έρχεται να καταλάβει το λεγόμενο βαθύ σύστημα εξουσίας – η πραγματική εξουσία - που έχει εγκατασταθεί εδώ και πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα και εν πολλοίς έχει την απόλυτη ευθύνη για τη χρεοκοπία. Μια χρεοκοπία που δεν περιορίζεται μόνο στο οικονομικό και πολιτικό σκέλος, αλλά εκτείνεται σε όλα τα επίπεδα. Από τον πολιτισμό, την κοινωνιολογία και τη λειτουργία της ίδιας της Δημοκρατίας, με όλα τα θεσμικά της εξαπτέρυγα, όπως τα κόμματα, η Δικαιοσύνη και τα μέσα επικοινωνίας, να βρίσκονται σε πλήρη παρακμή.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι παρουσίες, πομφόλυγες και πολιτικές κραυγές τύπου Άδωνη Γεωργιάδη, Σοφίας Βούλτεψη, Ανδρέα Λοβέρδου, Λιάνας Κανέλλη και Γρηγόρη Ψαριανού, διατηρούν ακόμη σημαίνοντα ρόλο στην κεντρική σκηνή, προκαλώντας συχνάκις θόρυβο στα πολιτικά δρώμενα της χώρας.

Δυστυχώς κινούμαστε σε μια πολιτική αρένα, στην οποία ευδοκιμούν πρόσωπα και φορείς που αρνούνται να παραδεχτούν το τέλος της δικής τους ιστορίας. Ο Κώστας Σημίτης προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποδείξει ότι «τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα», η Φώφη Γεννηματά, εμφορούμενη από ιδεολογική θολούρα, αδυνατεί να αναλογισθεί το ιδεολογικό και πολιτικό βάρος, του πατρός της και ερωτοτροπεί συνεχώς με το «τίποτα» για να μπορεί να έχει ρόλο στο αύριο.

Ο ερχόμενος από το πολιτικό κενό και μονίμως αεροβατώντας στο πολιτικό κενό, Σταύρος Θεοδωράκης αυταρέσκεται να προβάλλεται ως διαμορφωτής πολιτικών συσχετισμών εάν επιλέξει το ένα ή άλλο κόμμα.

Το ΚΚΕ, η γνήσια αριστερά όπως αυτοαποκαλέιται, θυμίζει ένα κόμμα που κάνει πολιτική για την πολιτική, όπως οι διανοούμενοι σκηνοθέτες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης που έκαναν «τέχνη για την τέχνη». Το μόνο που ενδιαφέρει το κόμμα του λαού είναι να κάνει ξεχωριστές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για να μην μολυνθεί από τους μαγαρισμένους διαδηλωτές των άλλων.

Όλο αυτό το παρακμιακό συνονθύλευμα παλεύει καθημερινά για να μην αλλάξει η χώρα. Για να μην ξεφύγει από τις συνήθειες και τα λάθη του παρελθόντος που την έφεραν στην σημερινή κατάσταση. Συνεχής θα είναι ο αγώνας για να φύγει ο Τσίπρας και η κυβέρνησή του, είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα του συνεδρίου της ΝΔ, το ίδιο λένε με τον ένα ή άλλο τρόπο και τα υπόλοιπα κόμματα. Το ζητούμενο δηλαδή είναι η εξουσία. Γιατί άραγε τόση πρεμούρα; Μήπως επειδή όλοι θέλουν να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους, τα μαγαζάκια τους και το βαθύ παραμάγαζο του κράτους, που τους επιτρέπει να κάνουν τις δουλειές τους;

Ούτε χιόνια ούτε λευκές γενειάδες. Ούτε τάρανδοι ούτε φορτωμένα έλκηθρα... Στο Yiwu, την αληθινή «πόλη των Χριστουγέννων», υπάρχουν μόνο... 600 εργοστάσια που παράγουν το 80% των χριστουγεννιάτικων διακοσμητικών του κόσμου.

Tags:

Ροή

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ