Η αξία των πωλήσεων της εξορυκτικής βιομηχανίας εκτιμάται σε 1,8 δισ. ευρώ το 2016, έναντι 2,5 δισ. ευρώ το 2009, σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ για τη συμβολή του κλάδου στην οικονομία και η οποία παρουσιάστηκε σήμερα σε εκδήλωση του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ).

Η πτώση ήταν εντονότερη το 2016, εξαιτίας κυρίως της μείωσης της εξόρυξης λιγνίτη και της υποχώρησης των τιμών του νικελίου και του αλουμινίου. Σε όρους όγκου παραγωγής καταγράφεται ήπια άνοδος στα μεταλλικά και βιομηχανικά ορυκτά και σταδιακή ανάκαμψη στα αδρανή μετά από ραγδαία πτώση την περίοδο 2009 - 2012.

Καταγράφεται επίσης σημαντική άνοδος των επενδύσεων το 2016, μετά από μια διετία καθίζησης, βελτίωση σε περιβαλλοντικούς δείκτες, μείωση των απορριμμάτων κατά 30 % σε σχέση με το 2010, αλλά και εξασθένιση των εξαγωγών καθώς και επιδείνωση της δανειακής επιβάρυνσης του κλάδου και της κερδοφορίας λόγω κυρίως των αποτελεσμάτων του ενεργειακού κλάδου.

Στην ομιλία του ο πρόεδρος του ΣΜΕ, Αθ. Κεφάλας τόνισε ότι την ανάγκη δημιουργίας ειδικού χωροταξικού πλαισίου για την αξιοποίηση των ορυκτών πρώτων υλών αποτελεί ένα από τα βασικά βήματα προς την κατεύθυνση της άρσης των βασικών δυσλειτουργιών που χαρακτηρίζουν τον κλάδο. Η εξόρυξη, όπως είπε, αποτελεί μια οικονομική δραστηριότητα στρατηγικής σημασίας για τη χώρα, η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με συγκεκριμένες χωρικές τοποθεσίες. Επομένως, θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο να τεθούν με ξεκάθαρους όρους οι χωροταξικές συνθήκες για την ανάπτυξη του κλάδου αλλά και να ενσωματωθούν οι υποχρεώσεις του προς το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον στο εργαλείο του ειδικού χωροταξικού πλαισίου.

Για τον αναπτυξιακό νόμο τονίστηκε ότι θα οδηγήσει σε εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων και βελτίωση των δεξιοτήτων των εργαζόμενων στον κλάδο, ενώ για την παράνομη λατόμευση ο ΣΜΕ επισημαίνει ότι βλάπτει το περιβάλλον, τον ανταγωνισμό και την εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς.