Ιδιαίτερη μνεία στην κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών κάνει η έκθεση Συμμόρφωσης της Κομισιόν, σύμφωνα με την οποία τα κέρδη είναι πιθανόν να παραμείνουν υπό πίεση και αυτό αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις.

 

Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι οι τράπεζες έχουν διατηρήσει «άφθονα» αποθέματα ρευστότητας με χαμηλό κόστος χρηματοδότησης λόγω της σταθερής ανοδικής τάσης των καταθέσεων σε συνδυασμό με την προσαρμογή των όρων της νομισματικής πολιτικής. Επιπλέον, έχουν επωφεληθεί από εντυπωσιακά κέρδη που προκύπτουν από το χαρτοφυλάκιο κρατικών ομολόγων τους.

Ωστόσο, η αύξηση των προβλέψεων που πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο αντίκτυπος της πανδημίας, οδήγησε το τραπεζικό σύστημα να καταγράψει ζημιά μετά τους φόρους τους πρώτους εννέα μήνες του 2020.

Οι προοπτικές κέρδους αποτελούν πρόκληση για τις ελληνικές τράπεζες και θα περιορίσουν την ικανότητα δημιουργίας εσωτερικών κεφαλαίων. Ωστόσο, οι τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων θα έχουν θετικό αντίκτυπο στο κόστος κινδύνου των τραπεζών και απελευθερώνουν χώρο στους ισολογισμούς των τραπεζών για νέο δανεισμό, παρά το γεγονός ότι οι τιτλοποιήσεις συνεπάγονται μια εφάπαξ απώλεια κεφαλαίου.
Καμπανάκι για τα moratoria

Ταυτόχρονα, η λήξη των moratoria μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω απομειώσεις, λόγω επιδείνωσης της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων. Το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων εξακολούθησε να μειώνεται, κυρίως χάρη στο σχήμα του Ηρακλή αλλά και εξαιτίας της 9μηνης αναστολής πληρωμών.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στο τέλος του Σεπτεμβρίου 2020 ανήλθαν σε 58,7 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 9,8 δισ. ευρώ από τον Δεκέμβριο του 2019, αλλά μόλις μόνο 1 δισεκατομμύριο ευρώ από το προηγούμενο τρίμηνο. Ως αποτέλεσμα, ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων ήταν 35,8% και παραμένει ο υψηλότερος στη ζώνη του ευρώ.

Η συνεχής βελτίωση το 2020, παρά την πανδημία και τη συνακόλουθη μείωση του αριθμού των δανείων που «θεραπεύονται», οφείλεται κυρίως σε πωλήσεις δανείων ύψους 6,8 δισεκατομμυρίων ευρώ και περιορισμένη εισροή νέων επισφαλών δανείων, χάρη στην ισχύουσα αναστολή.

Τα δάνεια υπό moratorium ανήλθαν σε 20,8 δισ. ευρώ από τον Νοέμβριο του 2020, δηλαδή άνω του 12% των χορηγήσεων, και κατανέμονται ισόποσα μεταξύ επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Σύμφωνα με την Έκθεση, όπως και σε άλλα κράτη-μέλη, η λήξη της αναστολής πληρωμών θα μπορούσε να συνοδεύεται από ανανεωμένη επιδείνωση της ποιότητας του ενεργητικού στο μέλλον.

Το μεγάλο ποσό των δανείων υπό moratorium και το ανεπαρκές ιστορικό των τραπεζών σε βιώσιμες αναδιαρθρώσεις δανείων δείχνουν πως υπάρχει ένας ουσιώδης κίνδυνος για την ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων, καθώς η αναστολή έληξε ως επί το πλείστον στα τέλη του 2020.

Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες απομειώσεις, σε περίπτωση που οι προβλέψεις που έχουν σχηματιστεί έως τώρα δεν αποτυπώνουν πλήρως τον ενδεχόμενο αντίκτυπο της πανδημίας στα δανειακά χαρτοφυλάκια.
Σωσίβιο Γέφυρα και Ηρακλής

Ωστόσο, σύμφωνα με την Κομισιόν, το καθεστώς επιδότησης προσωρινής δόσης που δημιουργήθηκε από τις αρχές για οφειλέτες που έχουν προσβληθεί από κορωνοϊό, το γνωστό πρόγραμμα Γέφυρα, θα μετριάσει τον κίνδυνο για αυτόν τον τύπο δανείων (που φέρουν δηλαδή εγγύηση την πρώτη κατοικία), τα οποία αντιπροσωπεύουν μεγάλο μέρος του λιανικού εμπορίου στο χαρτοφυλάκιο δανείων.

Οι ελληνικές αρχές προωθούν τη δημιουργία παρόμοιου συστήματος για επιχειρηματικά δάνεια. Το πλάνο θα πρέπει να σχεδιαστεί προσεκτικά, συμπεριλαμβανομένων των κατάλληλων διασφαλίσεων ηθικού κινδύνου.

Επιπλέον, οι τράπεζες θα προσπαθήσουν να σταματήσουν τη μετακύλιση των εν λόγω δανείων, λαμβάνοντας μια σειρά από πρωτοβουλίες-ρυθμίσεις με αιχμή τα προγράμματα step up. Ωστόσο, το κόστος αυτών των προγραμμάτων θα πρέπει να συζητηθεί με τις εποπτικές αρχές. Σημαντική στήριξη στον στόχο των τραπεζών για μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων προσφέρει, σύμφωνα με την Κομισιόν, το σχέδιο Ηρακλής.

Πηγή: Euro2day.gr.  της Αναστασίας Παπαϊωάννου