Εβδομάδες απέχουν οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ από το να αρχίσουν να αποσύρουν τα χερσαία στρατεύματά τους από τη Συρία, όπως διέταξε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε χθες Κυριακή ο στρατηγός Τζόζεφ Βότελ, ο επικεφαλής του μεικτού διοικητηρίου τους που είναι αρμόδιο για την περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Ο στρατηγός Βότελ διευκρίνισε πάντως ότι το χρονοδιάγραμμα θα το καθορίσουν οι εξελίξεις επί του πεδίου, όπου η κουρδοαραβική συμμαχία Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (ΣΔΔ) εξαπέλυσε την τελική έφοδο για να αποσπαστεί από τους τζιχαντιστές της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ) ο τελευταίος τους θύλακας στην ανατολική Συρία, κοντά στα σύνορα με το Ιράκ.

Ο αμερικανικός στρατός έχει ήδη αρχίσει να αποσύρει εξοπλισμό από τη Συρία. Ερωτηθείς εάν η αποχώρηση των περίπου 2.000 Αμερικανών στρατιωτικών θα αρχίσει σε ημέρες ή σε εβδομάδες, ο επικεφαλής της USCENTCOM απάντησε «πιθανόν εβδομάδες. Αλλά (...) τα πάντα θα τα ορίσει η κατάσταση επί του πεδίου».

«Ως προς την αποχώρηση (...) νομίζω είμαστε στον σωστό δρόμο προς τα εκεί που θέλουμε να φθάσουμε», συνέχισε ο Βότελ.

«Η μεταφορά ανθρώπων είναι ευκολότερη από τη μεταφορά εξοπλισμού, επομένως αυτό που κάνουμε αυτή τη στιγμή είναι να απομακρύνουμε το υλικό, τον εξοπλισμό, που δεν μας χρειάζεται», πρόσθεσε.

Δεν έκανε καμία εκτίμηση για το πότε θα έχει ολοκληρωθεί η αποχώρηση.

Αμερικανοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι προβλέπουν ότι η διαδικασία θα έχει τερματιστεί τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο, αλλά διστάζουν να δώσουν ακριβές χρονοδιάγραμμα διότι, όπως επισημαίνουν, είναι δύσκολο να προβλεφθούν οι εξελίξεις στα πεδία των μαχών.

Η απροσδόκητη ανακοίνωση του Τραμπ τον Δεκέμβριο ότι αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις από τη Συρία οδήγησε στην παραίτηση του ως τότε υπουργού Άμυνας Τζιμ Μάτις και ανάγκασε το επιτελείο να αρχίσει να καταρτίζει εσπευσμένα ένα σχέδιο αποχώρησης που θα εξασφαλίζει πως η Ουάσινγκτον θα κρατήσει όσα περισσότερα οφέλη είναι εφικτό.

Εκατοντάδες επιπλέον Αμερικανοί στρατιωτικοί στάλθηκαν στη Συρία για να προετοιμάσουν την αποχώρηση.

Ένα ερώτημα είναι εάν οι Αμερικανοί στρατιωτικοί στη Συρία θα πάνε στο γειτονικό Ιράκ, όπου οι ΗΠΑ διατηρούν το τρέχον διάστημα πάνω από 5.000 στρατιωτικούς που βοηθούν τη Βαγδάτη να πολεμά το ΙΚ και να εμποδίσει την αναγέννηση της τζιχαντιστικής οργάνωσης. Ο Βότελ πάντως προέβλεψε ότι ο αριθμός των Αμερικανών στρατιωτικών στο Ιράκ «θα παραμείνει λίγο-πολύ σταθερός».

Ο στρατηγός είναι ένας από τους πολλούς εν ενεργεία και πρώην Αμερικανούς αξιωματούχους που έχουν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για την ανασύνταξη του ΙΚ. Σύμφωνα με την άποψη τους, η οργάνωση έχει ακόμα ικανό αριθμό μαχητών, ηγετών και οικονομικών πόρων και μπορεί να συνεχίσει τη δράση της.

Αλλά δεν έχει καταρτιστεί ακόμη σαφές αμερικανικό σχέδιο για τη διατήρηση της πίεσης στο ΙΚ. Σαφές δεν είναι εξάλλου ούτε το εάν η Ουάσινγκτον θα μπορέσει να ικανοποιήσει τις αξιώσεις της Τουρκίας για τη Συρία χωρίς να θυσιάσει τους Κούρδους συμμάχους της.

Η Άγκυρα θεωρεί τις κουρδικές ένοπλες ομάδες στη Συρία τρομοκρατικές οργανώσεις και απειλεί να κινηθεί εναντίον τους.

Σε εσωτερική έκθεση υπηρεσίας του Πενταγώνου διατυπώθηκε την περασμένη εβδομάδα η προειδοποίηση ότι το ΙΚ μπορεί να ανασυνταχθεί και η δράση του να αναζωπυρωθεί στη Συρία μέσα σε έξι ως δώδεκα μήνες αν η πίεση δεν συνεχιστεί.

Έκθεση του ΟΗΕ που περιήλθε σε γνώση του πρακτορείου ειδήσεων Reuters την περασμένη εβδομάδα περιείχε την εκτίμηση ότι στο Ιράκ και στη Συρία βρίσκονται ως και 18.000 μέλη του ΙΚ, συμπεριλαμβανομένων περίπου 3.000 ξένων τζιχαντιστών. Προειδοποιούσε επίσης ότι η οργάνωση θέλει να διαπράξει επιθέσεις εναντίον πολιτικών αεροσκαφών κι ενδιαφέρεται να αποκτήσει και να χρησιμοποιήσει χημικά, βιολογικά, ραδιολογικά και πυρηνικά υλικά ως όπλα.

Η μείωση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή οδήγησε σε μεγάλη αύξηση του εξοπλισμού των κρατών της περιοχής

Η μείωση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή πυροδότησε μεγάλη αύξηση των αμυντικών δαπανών από μέρους των κρατών της περιοχής, γράφει στο σημερινό της φύλλο η γερμανική συντηρητική εφημερίδα Die Welt.

Σύμφωνα με την Έκθεση του Μονάχου για την Ασφάλεια, που δόθηκε στη δημοσιότητα ενόψει της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια, ο όγκος των δαπανών για στρατιωτικούς εξοπλισμούς διπλασιάστηκε στην περιοχή από το 2013 σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη πενταετία, σημειώνει η Ντι Βελτ στο φύλλο της που κυκλοφορεί.

Στην έκθεση τονίζεται πως οι στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν καθώς η παρουσία στρατευμάτων των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή μειωνόταν.

Από τις 10 χώρες με τις υψηλότερες δαπάνες για στρατιωτικούς εξοπλισμούς στον πλανήτη, οι επτά βρίσκονται στη Μέση Ανατολή, ανάμεσά τους σύμμαχοι της Ουάσινγκτον όπως η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, το Ισραήλ και το Κουβέιτ.

Πάντα κατά την έκθεση, το Ιράν διαθέτει περισσότερους στρατιώτες, περισσότερα άρματα μάχης και περισσότερα υποβρύχια από τους αντιπάλους του στην περιοχή.

Μεταξύ του 2014 και του 2018, το 53% των όπλων που προμηθεύονταν οι χώρες της Μέσης Ανατολής προερχόταν από τις ΗΠΑ, σύμφωνα με δεδομένα της υπηρεσίας Jane's Markets Forecast που περιέχονται στο κείμενο. Ακολούθησαν η Γαλλία (11%) και η Βρετανία (10%). Η Γερμανία προμήθευσε μόλις το 3% του συνόλου.

Η Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια -στην οποία δίνουν το παρών κάθε χρόνο ηγέτες και ειδικοί σε θέματα άμυνας και διπλωματίας- θα διεξαχθεί την Παρασκευή και το Σάββατο (15η - 16η Φεβρουαρίου).

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ