Το περίφημο «άνοιγμα» μοιάζει περισσότερο με ελεγχόμενο περίπατο σε αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά ερείπια του προηγούμενου αιώνα, γράφει ο ανταποκριτής της DW Λουκιανός Λυρίτσας μετά από επίσκεψη στα Βαρώσια.

 

Χωρίς διατυπώσεις, όσοι επιθυμούν να περάσουν στην περίκλειστη, εγκαταλελειμμένη από τις 15 Αυγούστου του 1974, πόλη των Βαρωσίων, διέρχονται μέσα από ένα οδόφραγμα επανδρωμένο από Τουρκοκύπριους “αστυνομικούς” δίπλα στους υφιστάμενους χώρους στάθμευσης για τους επισκέπτες της παραλίας της Γλώσσας, της μοναδικής παραλίας του Βαρωσιού που ήταν ανοιχτή για το κοινό, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, μέχρι την 8η Οκτωβρίου 2020. Τότε η “κυβέρνηση” των Τουρκοκυπρίων υπό τον υποψήφιο για την “προεδρία” Ερσίν Τατάρ, από κοινού με την Τουρκία και τον κατοχικό στρατό, προχώρησαν στο άνοιγμα του παραλιακού μετώπου των Βαρωσίων, το οποίο είχε ανακοινωθεί δύο μέρες προηγουμένως.

Τουρισμός ανάμεσα σε ερείπια

Επί του εδάφους, το περιώνυμο άνοιγμα, διά του οποίου η Άγκυρα στήριξε τον εκλεκτό της για την ηγεσία των Τουρκοκυπρίων στις εκλογές της 11ης Οκτωβρίου, προσομοιάζει μάλλον σε ελεγχόμενο περίπατο σε αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά ερείπια του προηγούμενου αιώνα. Καθόσον απουσιάζουν υποδομές από το παραλιακό μέτωπο του Βαρωσιού, οι πρώτοι μετά από 46 χρόνια επίσημοι επισκέπτες του δεν καταλήγουν στην ακτή, η οποία υποτίθεται σύμφωνα με την τουρκική πλευρά ότι είναι και το σημείο που έχει ανοίξει. Αντίθετα, οι επισκέπτες καθοδηγούνται μέσα από οδοφράγματα που εμποδίζουν την πρόσβαση στα ετοιμόρροπα κτήρια και στους παράδρομους, σε δύο κεντρικούς δρόμους της περίκλειστης πόλης, την παράλληλη του παραλιακού μετώπου λεωφόρο Τζον Κένεντι και την κεντρική λεωφόρο Δημοκρατίας.

Οι επισκέπτες ήταν κυρίως Τούρκοι εκ Τουρκίας

Με το επισκεπτήριο στην κατεχόμενη Αμμόχωστο να έχει ωράριο καθημερινά εννέα με πέντε, οι λιγοστοί επισκέπτες το πρωί της 9ης Οκτωβρίου ήταν κυρίως Τούρκοι εκ Τουρκίας που δεν έκρυβαν το σκοπό της επίσκεψής τους. Αν στην Άγκυρα και στην τουρκοκυπριακή “κυβέρνηση” σχεδιάζεται η μετατροπή του Βαρωσιού σε “Λας Βέγκας της Μεσογείου”, ως είχε προαναγγείλει το 2019 ο Τουρκοκύπριος “πρωθυπουργός” Ερσίν Τατάρ, για την ώρα η εμπειρία που προσφέρεται στους επισκέπτες είναι μία ελεγχόμενη και υπό συνεχή στρατιωτική ή αστυνομική παρακολούθηση βόλτα ανάμεσα στα χαλάσματα. Υπενθυμίζεται ότι στην προσπάθεια Άγκυρας και Τατάρ να ήταν νομιμοφανής η ενέργειά τους, αυτή περιορίστηκε στην κοινόχρηστη παραλία και όχι στις ελληνοκυπριακές ιδιοκτησίες, οι οποίες σύμφωνα με δύο ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ πρέπει να επιστραφούν στους νόμιμους κατοίκους.

Τελικά όμως η πρόσβαση στην παραλία από τη λεωφόρο Κένεντι απαγορεύεται. Αραιές δίοδοι μέσα από πρόχειρες σιδηροκατασκευές οδοφραγμάτων επιτρέπουν την πρόσβαση στην ακτή σε τουλάχιστον δύο σημεία. Προχωρώντας στη λεωφόρο Κένεντι, στο ύψος της Χρυσής Ακτής, δύο ξενοδοχεία και αριθμός μεμονωμένων κτηρίων πίσω από το παραλιακό μέτωπο, έχουν συντηρηθεί και χρησιμοποιούνται εδώ και πολλά χρόνια από αξιωματικούς του τουρκικού στρατού. Για να προχωρήσουν πέραν του σημείου αυτού και για περίπου 500 μέτρα, οι επισκέπτες υποχρεώνονται από στρατιώτες να συγκεντρωθούν σε ομάδες των δέκα και να συνεχίσουν τη διαδρομή συνοδεία στρατιώτη με πολιτική περιβολή. Τα τελευταία 500 μέτρα της λεωφόρου Κένεντι, που καταλήγουν περίπου ένα χιλιόμετρο πριν το ξενοδοχείο Golden Sands, οι επισκέπτες αφήνονται να τα καλύψουν χωρίς στρατιωτική συνοδεία, για να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία κατά την επιστροφή τους.

Selfies στα χαλάσματα

Όπως προκύπτει, η κριτική που άσκησε ο “πρόεδρος” των Τουρκοκυπρίων, Μουσταφά Ακιντζί, ότι το άνοιγμα μέρους των Βαρωσίων ήταν ένα προεκλογικό show του “πρωθυπουργού” Ερσίν Τατάρ δεν είναι χωρίς ερείσματα, αφού ο σκοπός του ανοίγματος της παραλίας δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται επί του εδάφους. Η εντύπωση ότι το άνοιγμα μέρους του Βαρωσιού εξυπηρετεί περισσότερο την επίδειξη της περίκλειστης πόλης και όχι για την ώρα τουλάχιστον, τη χρήση της, ενισχύεται από το γεγονός ότι επιτρέπεται η πρόσβαση των πεζών στην λεωφόρο Δημοκρατίας, τον κεντρικό δρόμο που διασχίζει την πόλη με κατεύθυνση βορειοδυτική, φιλοξενώντας κάποια από τα εμβληματικότερα κτήρια της, όπως το Λύκειο Ελληνίδων και τον Δημοτικό Κήπο.

Ανάμεσα στις selfies των κινητών από τους περισσότερους επισκέπτες, δύο Τουρκοκύπριοι ξεχώριζαν ανάμεσά τους επιλέγοντας να μην φωτογραφηθούν στα χαλάσματα. Επρόκειτο για εργαζόμενους σε “κυβερνητική” υπηρεσία στην Λευκωσία, οι οποίοι αξιοποίησαν τη μέρα που τους παραχωρήθηκε ως άδεια έναντι υπερωριακής εργασίας, για να δουν πρώτη φορά στη ζωή τους το Βαρώσι. Η σπουδή τους να επισκεφτούν την “απαγορευμένη” πόλη αποδόθηκε από τους ίδιους στο ενδεχόμενο η απόφαση για πρόσβαση του κοινού να ανακληθεί μετά τις εκλογές. Όπως εξήγησαν στη DW οι δύο Τουρκοκύπριοι, πιστεύουν ότι η απόφαση επισπεύσθηκε για προεκλογικούς σκοπούς. Σημειώνεται ότι εξακολουθούν να ισχύουν περιοριστικά μέτρα για μετακίνηση μεταξύ των δύο πλευρών της Κύπρου λόγω της πανδημίας του Covid-19. Ως εκ τούτου για να περάσουν Ελληνοκύπριοι τα οδοφράγματα προκειμένου να μεταβούν στο Βαρώσι απαιτείται η προσκόμιση αρνητικού τεστ που έγινε έως και 72 ώρες προηγουμένως.

Λουκιανός Λυρίτσας, Λευκωσία