Στο πλαίσιο της προεκλογικής περιόδου για τις ευρωεκλογές και για τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές στη χώρα μας, αναπτύσσεται ένας έντονος πολιτικός, κατά βάση, διάλογος, κατά τον οποίο υποστηρίζεται, μεταξύ των άλλων, από νεοφιλελεύθερης αντίληψης πολιτικές δυνάμεις και αξιωματούχους, η αναγκαιότητα της ultra-κεφαλαιοποίησης της επικουρικής ασφάλισης με κεφαλαιοποιητική λειτουργία είτε δημόσιας διαχείρισης είτε με τη μετατροπή της σε ιδιωτικά συνταξιοδοτικά ταμεία (pension funds) κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Του Σάββα Γ. Ρομπόλη*

Στην κατεύθυνση αυτή, κατασκευάζοντας τον Δούρειο Ίππο της διάλυσης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, διατυπώνουν το επιχείρημα της εφαρμογής του Κανονισμού 2017/0143/Ε.C. στην Ελλάδα, ο οποίος ουσιαστικά πανευρωπαϊκοποιεί το προϊόν της ατομικής σύνταξης (PEPP) των εκτός του πεδίου του δημόσιου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης επαγγελματικών ταμείων και ατομικών λογαριασμών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Έτσι, ο κανονισμός αυτός δεν αφορά τη δημόσιας διαχείρισης επικουρική ασφάλιση αλλά επιδιώκει τον συντονισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο της ιδιωτικής μη κερδοσκοπικής (επαγγελματικά ταμεία) και ιδιωτικής κερδοσκοπικής ασφάλισης (ασφαλιστικές επιχειρήσεις).

Παράλληλα, δεν επιδιώκει την άρση της υποχρεωτικότητας της δημόσιας επικουρικής ασφάλισης και της εφάπαξ παροχής, προκειμένου να καταλήξει σταδιακά σ’ ένα πιο ευέλικτο, όπως υποστηρίζεται, σύστημα και με δυνατότητα επιλογών: α) επικουρικής ασφάλισης για όλους και με κίνητρο συμμετοχής, β) κεφαλαιοποίησης των εισφορών των νέων ασφαλισμένων, ώστε οι εισφορές να αποκτήσουν χαρακτήρα αποταμίευσης, και γ) ενοποίησης των εισφορών της επικουρικής και της εφάπαξ παροχής σε μία ενιαία εισφορά, με καταγραφή στον ατομικό λογαριασμό κάθε ασφαλισμένου.

Με άλλα λόγια, στη νεοφιλελεύθερη αυτή πρόταση διακρίνει κανείς με τον πιο σαφή και εύληπτο τρόπο την κατασκευή του Δούρειου Ίππου της ατομικότητας, της ιδιωτικοποίησης και της εξατομίκευσης της δημόσιας επικουρικής ασφάλισης και της εφάπαξ παροχής.

Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι η διανεμητικότητα (εθνική σύνταξη) της κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα μας περιορίζεται στο 25%-30% και η υπερ-κεφαλαιοποίηση της επικουρικής ασφάλισης (μη προσδιορισμένες παροχές - ανασφάλεια - αβεβαιότητα) διευρύνεται στο 70%-75% των συνταξιοδοτικών παροχών.

Αντίθετα, σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρώπης, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ελβετία, το Λουξεμβούργο, η Αυστρία, η Φιλανδία, η Δανία, το Βέλγιο, η Μάλτα και η Πορτογαλία, τα κεφαλαιοποιητικά στοιχεία των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αποτελούν το 30% και τα διανεμητικά στοιχεία το 70% των συνταξιοδοτικών παροχών κατά μέσο όρο.

Το βασικό επιχείρημα της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΔΝΤ, της νεοφιλελεύθερης αντίληψης και της πολιτικής της ultra-κεφαλαιοποίησης της δημόσιας επικουρικής ασφάλισης είναι ότι η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αντιμετωπίζεται ως «κίνδυνος» και όχι ως πρόκληση για τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, με προοπτική τον περιορισμό του κόστους των κρατικών προϋπολογισμών, μεταφέροντας τον «κίνδυνο» αύξησης του προσδόκιμου ζωής από την κρατική διαχείριση και την ανάληψη του πολιτικού κόστους αντιμετώπισής του στον ασφαλισμένο, με τελικό αποτέλεσμα τον δραστικό περιορισμό του ύψους των συντάξεων.

Επιπλέον, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, το κόστος μετάβασης στο καθεστώς της ultra-κεφαλαιοποίησης της δημόσιας επικουρικής ασφάλισης με ιδιωτική κερδοσκοπική (ασφαλιστικές εταιρείες) διαχείριση στην Ελλάδα, θα ανέλθει κατά τα επόμενα χρόνια στο επίπεδο των 55 δισ. ευρώ, γεγονός που θα απειλήσει σοβαρά τόσο τους δημοσιονομικούς στόχους όσο και το επίπεδο των συνταξιοδοτικών παροχών στην Ελλάδα.

Κατά συνέπεια, αναδεικνύεται με τον πιο εύληπτο και σαφή τρόπο ότι η ουσιαστική μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (ΣΚΑ) στη χώρα μας, επιβάλλει, μεταξύ των άλλων, την αντιμετώπιση της αύξησης του προσδόκιμου ζωής ως πρόκληση και τις δημόσιες πολιτικές κοινωνικής ασφάλισης, με επιστημονικά και τεχνικά τεκμηριωμένες επιλογές, να επιτυγχάνουν ταυτόχρονα τη μακροχρόνια βιωσιμότητα και κοινωνική αποτελεσματικότητα του ΣΚΑ, εξασφαλίζοντας παράλληλα ένα ικανοποιητικό επίπεδο επάρκειας των συνταξιοδοτικών παροχών.

*Ο Σάββας Ρομπόλης είναι ομ. καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου