Πόσα και πόσα δεν έχουν γραφτεί, σχετικά με τις εκατοντάδες κυρώσεις προς την Ρωσία από τη Δύση, με πρωτεργάτριες τις ΗΠΑ και πειθήνια ακόλουθο την Ευρώπη. Στην πράξη, όμως τι συμβαίνει τελικά; Η κατάσταση στην αγορά των σιτηρών αποκαλύπτει ότι οι κυρώσεις εφαρμόζονται μόνο όταν συμφέρει...

Ρωσικό πετρέλαιο ρέει κανονικά και με το νόμο ή και χωρίς αυτόν σε όλη την Ευρώπη, ρωσικό φυσικό αέριο και στις δύο του μορφές (αγωγών και LNG) γεμίζει τις αποθήκες ευρωπαϊκών χωρών, αλλά αυτό αποτελεί κοινό μυστικό και ποτέ δεν αναφέρεται ότι προέρχεται από τη Ρωσία. Άλλωστε, μην πάμε μακριά, στη Ρεβυθούσα, γνωρίζουν πολύ καλύτερα από όλους μας πόσες και ποιες (και από ποιους εισάγονται) ποσότητες φυσικού αερίου προέρχονται από τον βορρά, αλλά ενδιαμέσως αλλάζουν πατρίδα προέλευσης... Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει, όμως και με τα σιτηρά της Ρωσίας, που υποτίθεται ότι τα σνόμπαραν και τα έβαλαν σε απαγόρευση οι φωστήρες της Κομισιόν. Στα... χαρτιά των κυρώσεων, όλα καλά. Δείτε, όμως, τώρα τι συμβαίνει στην πράξη και στη σκληρή πραγματικότητα των αγορών, που δεν μπορούν να λειτουργήσουν αλλιώς και οι κυβερνήσεις των χωρών πρέπει να τροφοδοτήσουν τις αντίστοιχες επιχειρήσεις και το καταναλωτικό τους κοινό. Ιδιαίτερη αξία έχουν και τα στοιχεία που αφορούν στην ελληνική αγορά. Από τα επίσημα στοιχεία, λοιπόν, προκύπτουν τα ακόλουθα

Από τον Ιούλιο έως σήμερα οι εισαγωγές σιτηρών από τη Ρωσία σε χώρες τη Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν αυξηθεί κατά 2,3 φορές, με την χώρα μας να βρίσκεται στην 4η θέση, διπλασιάζοντας με τον τρόπο αυτό τις συνολικές ποσότητες που εισήχθησαν. Συγκεκριμένα η Ελλάδα αύξησε τις αγορές σιταριού κατά 1,5 φορές (108 χιλ. τόνους) και καλαμποκιού κατά 2 φορές (σε 26,2 χιλ. τόνους). Από την έναρξη του τρέχοντος γεωργικού έτους (το οποίο διαρκεί από την 1η Ιουλίου 2023 έως τις 30 Ιουνίου 2024), μέχρι την πρώτη μέρα του Δεκέμβρη, η Ρωσία εξήγαγε 2,2 εκατ. τόνους σιτηρών και οσπρίων στις χώρες της ΕΕ. Όπως αναφέρει η Ρωσική Ένωση Σιτηρών, οι ποσότητες διατέθηκαν κατά κύριο λόγο σε πέντε χώρες. Τη μερίδα του λέοντος είχε η Ισπανία (που αντιπροσώπευε το 40%), Ιταλία (με το 35%) και Βέλγιο (με μερίδιο 17%), ενώ ακολουθεί η Ελλάδα, 160 χιλ. τόνους στην τέταρτη θέση.
Δείτε τώρα τι προμηθεύτηκε η κάθε χώρα;
- Η Ισπανία αγόρασε μπιζέλια (571 χιλ. τόνους), σιτάρι (76 χιλ. τόνους), κριθάρι, σκληρό σιτάρι και σίκαλη.
- Η Ιταλία έγινε ο μεγαλύτερος αγοραστής ρωσικού σκληρού σίτου (583 χιλ. τόνους), με τις αποστολές μαλακού σίτου να αυξάνονται κατά 4,6 φορές (σε 61 χιλ. τόνους).
- Το Βέλγιο, αγόρασε 185 χιλ. τόνους λιναρόσπορου και 6,3 χιλ. τόνοι μαλακού σίτου.

Για πρώτη φορά από τον Μάρτιο 2022, η Ρωσία μπήκε στους πέντε πρώτους προμηθευτές σιτηρών στην ΕΕ. Τον Σεπτέμβριο του 2023, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η ΕΕ αύξησε τις εισαγωγές ρωσικών σιτηρών κατά 10 (!) φορές, στους 180 χιλ. τόνους, και ήταν το μέγιστο από τον Μάρτιο του 2022. Στα τέλη Σεπτεμβρίου η Ρωσία έγινε ο τέταρτος μεγαλύτερος εξαγωγέας σιτηρών στην ΕΕ. Ο κύριος εξαγωγέας για την ΕΕ τον Νοέμβριο ήταν η Ουκρανία, με προμήθειες που ανήλθαν σε 1,2 εκατ. τόνους (αυξημένες κατά 1% στον μήνα, αλλά μειωμένες κατά 1/4 κατά τη διάρκεια του έτους). Την πρώτη πεντάδα συμπληρώνουν η Βραζιλία (με αύξηση κατά 1,8 φορές τον μήνα, σε 1,1 εκατ. τόνους), η Τουρκία (αύξηση κατά 4%, σε 204 χιλ. τόνους) και ο Καναδάς (μείωση των προμηθειών κατά ένα τρίτο, σε 139 χιλ.τόνους).

Ο πόλεμος τελικά δεν επηρέασε παρά ελάχιστα τις ρωσικές εξαγωγές σιτηρών, καθώς οι αγορές στέρεψαν και το ουκρανικό σιτάρι είχε μπλοκαριστεί για πολλούς μήνες. Για τη Ρωσία, το γεωργικό έτος έκλεισε με νέο ρεκόρ εξαγωγών σιτηρών, στοχεύοντας φέτος σε πάνω από 50 εκατ. τόνους. H Μόσχα κυριαρχεί στην παγκόσμια αγορά και ως εκ τούτου επηρεάζει και τις τιμές, η άνοδος των οποίων συντηρείται από τις εξελίξεις στο μέτωπο του πολέμου με την Ουκρανία και την ανθεκτική ζήτηση. Η τιμή του σιταριού διατηρήθηκε σε άνοδο, σε αντίθεση με άλλα αγροτικά προϊόντα των οποίων οι τιμές έγραφαν απώλειες στο τέλος του 2023. Τέλος σύμφωνα με τις πρόσφατες προβλέψεις, οι παγκόσμιες συνθήκες για την αγορά σιταριού το 2023/24 (έκθεση USDA) αφορούν υψηλότερη παραγωγή, κατανάλωση και εμπόριο και ελαφρά μειωμένα αποθέματα. Η παραγωγή αναμένεται να διαμορφωθεί στους 783 εκατ. τόνους, αυξημένη κατά 1 εκατ. τόνους από την εκτίμηση του Νοεμβρίου.