Σταθερά κοντά στα 1,9 ευρώ το λίτρο κινείται η τιμή της βενζίνης παρά τις πιέσεις που δέχεται τις τελευταίες ημέρες το Brent λόγω των ανησυχιών για την πορεία της παγκόσμιας ζήτησης και της αύξησης των αμερικανικών αποθεμάτων.

Η μέση πανελλαδική τιμή της απλής αμόλυβδης διαμορφώνεται στα 1,875 ευρώ το λίτρο από 1,866 πριν από μία εβδομάδα και του πετρελαίου κίνησης στα 1,568 από 1,558. Οι τιμές χονδρικής αναμένεται να σημειώσουν περαιτέρω μικρή άνοδο για τη βενζίνη ενώ εάν οι αποφάσεις της Fed και της ΕΚΤ για τα επιτόκια μέσα στην εβδομάδα «χαροποιήσουν» την αγορά, τότε το Brent θα μπορούσε να σημειώσει σημαντική άνοδο (και αυτή ενδεχομένως να μετακυληθεί και στην τιμή της αντλίας στην εγχώρια αγορά).

Πάντως για την ώρα, οι διεθνείς αναλυτές εκτιμούν ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα αφήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, ενώ αντίθετα προβλέπουν ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε μία ακόμη αύξηση κατά 0,25%. Στο απαισιόδοξο κλίμα της αγοράς έρχονται να προστεθούν οι ανησυχίες για την παγκόσμια ανάπτυξη, οι υψηλές ροές ρωσικού πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά ενώ η αναιμική αντίδραση του πετρελαίου στην απόφαση της Σαουδικής Αραβίας για περαιτέρω περικοπές της παραγωγής δείχνει ότι η διεθνής τιμή δέχεται όντως σημαντικές πιέσεις οι οποίες ίσως να προεξοφλούν ότι οι τιμές θα κινηθούν περίπου στα τρέχοντα επίπεδα για ένα διάστημα.

Οι μέτριες προοπτικές ζήτησης λόγω των προσδοκιών για αδύναμη παγκόσμια ανάπτυξη και τον παγκόσμιο πληθωρισμό συνέβαλαν στην πτώση των τιμών.

Τα πρόσφατα οικονομικά στοιχεία από την Κίνα υποδηλώνουν ότι η οικονομία τους αγωνίζεται να διατηρήσει τη δυναμική μετά την πανδημία ενώ υπάρχουν ανησυχίες ότι το 2023 θα ήταν μια δύσκολη χρονιά για ορισμένες από τις πιο πλούσιες χώρες, επηρεάζοντας αρνητικά την παγκόσμια ζήτηση καυσίμων.

Ενδεικτικό του κλίματος είναι η νέα υποβάθμιση των εκτιμήσεων της Goldman Sachs για το Brent το οποίο βλέπει στα 86 δολάρια το βαρέλι τον Δεκέμβριο έναντι 95 δολάρια πριν, ενώ για το αμερικανικό αργό θεωρεί ότι θα υποχωρήσει στα 89 δολάρια από 91 δολάρια.

Η τράπεζα ανέφερε ότι προσδοκά υψηλότερη προσφορά από τη Ρωσία, το Ιράν και τη Βενεζουέλα και για το επόμενο έτος, κάτι το οποίο θα αντιστάθμιζε τις πρόσθετες περικοπές που ανακοίνωσε η Σαουδική Αραβία στην τελευταία συνεδρίαση του ΟΠΕΚ+, σε περίπτωση που το βασίλειο αποφασίσει να τις παρατείνει και του χρόνου.