Η Ετήσια Έκθεση 2023 του Εθνικού Συμβουλίου Παραγωγικότητας της Ελλάδας ανέδειξε με σαφήνεια τα υπέρ και τα κατά της ελληνικής οικονομίας, πέρα από πολιτικές εξωραϊσμού ή αντιστρόφως μηδενιστικές. Αυτό που αναδεικνύεται από την έκθεση είναι ότι σημαντικά μεγέθη και τομείς της ελληνικής οικονομίας κινουνται σε θετική κατεύθυνση. Διαπιστώνεται αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, μείωση της ανεργίας, αύξηση ξένων επενδύσεων, βελτίωση της σχέσης χρέος/ΑΕΠ, ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, αλλά και αύξηση της παραγωγικότητας. Αν έμενε κάποιος μόνο σε αυτές τις διαπιστώσεις, θα μπορούσε να φανταστεί ότι η ελληνική οικονομία διάγει μία λαμπρή περίοδο ανάπτυξης, από την οποία επιχειρήσεις, εργαζόμενοι και κοινωνία ωφελούνται σε μεγάλο βαθμό, τέτοιο που να μην υπάρχουν άξια λόγου προβλήματα. Δυστυχώς, όμως, δεν είναι έτσι τα πράγματα, δε ζει η χώρα σε μια ειδυλλιακή κατάσταση.
Η ελληνική οικονομία δυστυχώς αντιμετωπίζει σήμερα στον βαθύ πυρήνα της σοβαρά δομικά προβλήματα. Πάρτε για παράδειγμα ότι δεν μπορεί να ελέγξει ούτε την αισχροκέρδεια σε ένα πολύτιμο για τις οικογένειες και το δημογραφικό προϊόν, το βρεφικό γάλα. Και έπρεπε να αναδειχθεί το θέμα μέσα από καταγγελίες και κάποια ρεπορτάζ, για να φτάσει να ασχοληθεί ο ίδιος ο πρωθυπουργός της χώρας. Πράγμα που αναδεικνύει τη γύμνια των θεσμών και των όποιων ελεγκτικών μηχανισμών και φυσικά αποδεικνύει ότι οι βασικοί αρμοί του εμπορίου δρουν ανεξέλεγκτα και κερδοσκοπούν, αγνοώντας ακόμα και τα όποια πρόστιμα-χάδι επιβάλλονται. Άλλωστε, θα προσφύγουν στα δικαστήρια και η όποια απόφαση θα βγει μετά από 5 τουλάχιστον χρόνια. Όπως συμβαίνει και με τα πρόστιμα που επιβάλλει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η Επιτροπή Ανταγωνισμού και όποια άλλη εποπτική Αρχή.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν τελικά η ελληνική οικονομία συγκλίνει ή αποκλίνει σε σχέση με την Ευρωζώνη και την γενικά την Ε.Ε. Η πρώτη παρατήρηση έχει να κάνει με το γεγονός ότι και η Ευρώπη, μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία που τον φορτώθηκε, σαφώς δε βρίσκεται και στα καλύτερά της. Από άποψη δομικών προβλημάτων, όμως, η Ελλάδα βρίσκεται δυστυχώς στις πρώτες θέσεις, ακόμα και από χώρες που μπήκαν πολύ αργότερα στην Κοινότητα, ενώ σε επίπεδο σύγκλησης, οι αναλυτές και οικονομολόγοι αναφέρουν ότι η απόκλισή της είναι σήμερα μεγαλύτερη και από το 2010, πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος της χώρας, παρά την ποσοστιαία υποχώρηση ως προς το ΑΕΠ και όχι σε πραγματικούς όρους, βρίσκονται σήμερα σε ανησυχητικά επίπεδα. Τα ελλείμματα στα ισοζύγια πληρωμών και στο εμπορικό ισοζύγιο κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς μάλιστα οι εξαγωγές βαίνουν μειούμενες. Από την άλλη, οι εγχώριες επενδύσεις παραμένουν χαμηλές, αν και ενισχύθηκαν κάπως, το πρόβλημα όμως βρίσκεται στο ότι κατευθύνονται σε παραδοσιακούς τομείς χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως ο τουρισμός και οι κατασκευές. Ακόμα μεγαλύτερο είναι το πρόβλημα, παρά τους πανηγυρισμούς, στις άμεσες ξένες επενδύσεις, αν και εδώ έχουμε... στρεψοδικία των λέξεων. Και αυτό γιατί, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, δεν συνιστούν τον όρο των νέων παραγωγικών επενδύσεων, καθώς αφορούν στην εξαγορά υφιστάμενων μεγάλων κερδοφόρων επιχειρήσεων, με στόχο φυσικά την αποκόμιση  κερδών και όχι την ανάπτυξή τους. Κάτι που άλλωστε ομολογούν, τουλάχιστον κατ' ιδίαν, αρκετοί κυβερνητικοί παράγοντες, ενώ αξιοσημείωτη από κάθε άποψη ήταν και η ταυτόσημη διαπίστωση πριν μερικούς μήνες του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, η οποία θόλωσε το κυβερνητικό αφήγημα. Άλλωστε, σε καμία περίπτωση δεν λογίζονται ως...παραγωγικές, οι επενδύσεις κεφαλαίου επί μετοχών, όπως συνέβη μέχρι τώρα με τα τραπεζικά πακέτα που πούλησε το ΤΧΣ, το Δημόσιο δηλαδή, σε ξένους επενδυτές. Δεν χρειάζεται νομίζω να επαναλάβει κανείς ότι οι τραπεζικές χρηματοδοτήσεις παραμένουν καθηλωμένες, τα υψηλά επιτόκια εμποδίζουν την πραγματική ανάπτυξη, δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια που θα αναλάβουν το ρίσκο νέων παραγωγικών και βιομηχανικών επενδύσεων, ακόμα και νεοφυών και καινοτόμων εταιρειών, που μόλις στέκονται στα πόδια τους, εξαγοράζονται από ξένους ομίλους. 
Θα σταθούμε σε μια ακόμα ιδιαιτέρως σημαντική επισήμανση της Έκθεσης του Εθνικού Συμβουλίου Παραγωγικότητας, που αφορά στο περίφημο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Οι συντάκτες της Έκθεσης επισημαίνουν αυτό που αποτελεί κοινή διαπίστωση όλων, εμπλεκομένων καθ' οιονδήποτε τρόπο ή όχι. Ότι δηλαδή έχει μονόπλευρη πλεύση προς συγκεκριμένους τομείς, η απορρόφηση κονδυλίων είναι πολύ χαμηλή (θα θυμάστε την εκτενή αναφορά της στήλης προ διμήνου περίπου) και τα δάνεια του Ταμείου κατευθύνονται σε πολύ λίγες και συνάμα σε πολύ μεγάλες εταιρείες. Μένουν εκτός, δηλαδή, επιχειρηματικοί τομείς, που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν πολλά στην οικονομία και σε επίπεδο δημιουργίας πλούτου και σε επίπεδο δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, η Ελλάδα θα καταγράψει άλλη μια χαμένη ευκαιρία ευρωπαϊκής βοήθειας, για να κάνει πράξη τις βαθιές και λίαν απαραίτητες τομές που επιζητεί επειγόντως η ελληνική οικονομία.