Το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ολοκλήρωσε τη διαβούλευση για την Ελλάδα και ενέκρινε την αξιολόγηση που έκαναν τα στελέχη του Ταμείου.Τι αναφέρει για οικονομία, τράπεζες και πληθωρισμό

Οι οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας έχουν βελτιωθεί σημαντικά. Μετά από μια ισχυρή ανάκαμψη μετά την πανδημία, η οικονομική δραστηριότητα παρέμεινε εύρωστη, με την πρόβλεψη αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ σε 2,3% το 2023 και 2,1% το 2024. Η ιδιωτική κατανάλωση θα υποστηριχθεί από θετική αύξηση των πραγματικών μισθών, ενώ οι επενδύσεις θα συνεχίσουν να επεκτείνονται με την εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που υποστηρίζεται από κονδύλια της ΕΕ. Ο βασικός πληθωρισμός προβλέπεται να φτάσει το 2% έως το τέλος του 2025, καθώς οι πιέσεις στον πυρήνα του πληθωρισμού θα εκτονωθούν μόνο σταδιακά παρά τη συνεχιζόμενη ομαλοποίηση των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων.

Το τραπεζικό σύστημα παρέμεινε ανθεκτικό, υποστηριζόμενο από την ενίσχυση των ισολογισμών. Η ποιότητα του ενεργητικού βελτιώθηκε περαιτέρω, με τον δείκτη των μη εξυπηρετούμενων δανείων να μειώνεται κάτω από το 5% στις συστημικά σημαντικές τράπεζες. Τα υψηλότερα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια συνέβαλαν σε ισχυρή ανάκαμψη των τραπεζικών κερδών και ενίσχυσαν την κεφαλαιακή επάρκεια. Το τραπεζικό σύστημα διατηρεί επίσης σημαντικά αποθέματα ρευστότητας παρά τις αποπληρωμές της χρηματοδότησης μέσω ΕΚΤ (TLTRO).

Τα ρίσκα είναι πιο ισορροπημένα σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη, αλλά «έχουν κλίση προς τα πάνω για τον πληθωρισμό», σημειώνει το Ταμείο. Μια πιθανή κλιμάκωση του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία και η σύγκρουση στη Γάζα και το Ισραήλ θα μπορούσε να διαταράξει το εμπόριο, να προκαλέσει ανανεωμένες πιέσεις στις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη. Αντίθετα, η επιτάχυνση των φιλόδοξων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, σε συνδυασμό με τις ισχυρότερες από τις αναμενόμενες αντιδράσεις της αγοράς στην πρόσφατη αναβάθμιση της επενδυτικής βαθμίδας, θα μπορούσε να βελτιώσει περαιτέρω τις προοπτικές ανάπτυξης. Ο πληθωρισμός θα μπορούσε να παραμείνει υψηλός, για παράδειγμα, ως αποτέλεσμα των πιέσεων από τις πρόσφατες και αναμενόμενες αυξήσεις των μισθών και των συντάξεων και των κλυδωνισμών που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή.
Αξιολόγηση Εκτελεστικού Συμβουλίου

Ολοκληρώνοντας τη Διαβούλευση για το Άρθρο IV του 2023 με την Ελλάδα, οι Εκτελεστικοί Διευθυντές ενέκριναν την αξιολόγηση του προσωπικού ως εξής:

Οι οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας έχουν βελτιωθεί ουσιαστικά, αλλά παραμένουν σημαντικές προκλήσεις. Το πραγματικό ΑΕΠ επεκτείνεται πέρα από το επίπεδο της τάσης πριν από την πανδημία, λόγω της ισχυρής ανάκαμψης του τουρισμού και της ενίσχυσης των επενδύσεων που στηρίζονται στη χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης και τις εισροές ΑΞΕ. Η ισχυρή ανάπτυξη και ο υψηλός πληθωρισμός έχουν μειώσει τον δείκτη δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ κάτω από το προ πανδημίας επίπεδο με περιορισμένους χρηματοδοτικούς κινδύνους μεσοπρόθεσμα, λόγω της ευνοϊκής δομής του χρέους. Ωστόσο, οι διαρθρωτικές ανισορροπίες που προκύπτουν από τις χαμηλές αποταμιεύσεις των νοικοκυριών και το ακόμη χαμηλό επίπεδο επενδύσεων, ενώ και οι αυξανόμενοι κίνδυνοι από την κλιματική αλλαγή επιβαρύνουν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης. Η εξωτερική θέση το 2023 εκτιμάται ότι είναι πιο αδύναμη από εκείνη που συνάδει με τα μεσοπρόθεσμα θεμελιώδη μεγέθη και τις επιθυμητές πολιτικές. Η αξιολόγηση έγινε με προκαταρκτικά στοιχεία του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών για το 2023.

Οι κίνδυνοι είναι πιο ισορροπημένοι για την ανάπτυξη, αλλά έχουν κλίση προς τα πάνω για τον πληθωρισμό. Μια πιθανή κλιμάκωση του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία και η σύγκρουσηστη Γάζα και το Ισραήλ θα μπορούσε να διαταράξει το εμπόριο και να προκαλέσει ανανεωμένες πιέσεις στις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη. Η υψηλότερη από την αναμενόμενη επιμονή του πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ και υψηλότερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα επιτόκια θα μπορούσαν να επιβαρύνουν την περιφερειακή και εγχώρια ζήτηση. Αντίθετα, η επιτάχυνση των φιλόδοξων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να βελτιώσει περαιτέρω τις προοπτικές ανάπτυξης. Ο πληθωρισμός θα μπορούσε να παραμείνει υψηλός ως αποτέλεσμα των κλυδωνισμών που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, καθώς και των εγχώριων πιέσεων από τις πρόσφατες και αναμενόμενες αυξήσεις μισθών και συντάξεων.

Η φιλική προς την ανάπτυξη δημοσιονομική εξυγίανση μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, υποστηρίζοντας παράλληλα τη χωρίς αποκλεισμούς και πράσινη ανάπτυξη. Η περαιτέρω σύσφιξη βραχυπρόθεσμα και η διατήρηση πρωτογενούς πλεονάσματος μεσοπρόθεσμα θα συμβάλει στην περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, περιορίζοντας παράλληλα την πρόσθετη πίεση στον πληθωρισμό. Για την πράσινη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει να δίνει έμφαση στις δημόσιες επενδύσεις, συμπεριλαμβανομένων των πράσινων επενδύσεων, και στις κρίσιμες κοινωνικές δαπάνες, όπως η υγειονομική περίθαλψη και η εκπαίδευση. Η προώθηση περαιτέρω δημοσιονομικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένων των συνεχιζόμενων προσπαθειών για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, θα ενισχύσει τη δημοσιονομική διακυβέρνηση και θα βελτιώσει την αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής πολιτικής.

Η ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος θα πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω σε ένα περιβάλλον υψηλότερων, για περισσότερο διάστημα, επιτοκίων. Η παρακολούθηση και η διαχείριση των κινδύνων που συνδέονται με τα επιτόκια, τη ρευστότητα και τη χρηματοδότηση και τα πιστωτικά ανοίγματα θα πρέπει να ενισχυθούν περαιτέρω. Τα προσωρινά αυξημένα τραπεζικά κέρδη θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας και τη βελτίωση της ποιότητας του κεφαλαίου. Η ενεργοποίηση ενός θετικού ουδέτερου αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος θα βοηθούσε τις τράπεζες να προφυλαχθούν από πιθανούς συστημικούς κλυδωνισμούς. Τα μέτρα που σχετίζονται με δανειολήπτες στεγαστικών δανείων -όπως ανώτατα όρια δανείου προς αξία και συσχέτιση κόστους εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα- θα ενίσχυαν την ανθεκτικότητα των νοικοκυριών και, κατά συνέπεια, θα περιόριζαν τους κινδύνους στο τραπεζικό σύστημα.

Οι εκτενείς μεταρρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών εμποδίων στην προσφορά θα άρουν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης, εν μέσω αρνητικών δημογραφικών προοπτικών. Οι συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις στην ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης και η αντιμετώπιση των φραγμών για μεγαλύτερο ανταγωνισμό θα απελευθερώσει υψηλότερες ιδιωτικές επενδύσεις και θα βελτιώσει την παραγωγικότητα.

Η διασφάλιση υψηλότερης συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό και καλύτερου ειδικευμένου εργατικού δυναμικού θα αύξανε τον δυναμισμό της αγοράς εργασίας ενώ θα διευκόλυνε περαιτέρω την ψηφιοποίηση και την πράσινη μετάβαση. Η ενίσχυση των μεταρρυθμίσεων του δικαστικού συστήματος και των εξωδικαστικών διαδικασιών θα συμβάλει όχι μόνο στη βελτίωση του δυναμισμού και της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων, αλλά και στην αύξηση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα, με περαιτέρω μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών και των προβληματικών χρεών που ανακτώνται από τους πιστωτικούς φορείς.

Απαιτούνται συντονισμένες προσπάθειες για την επίτευξη των φιλόδοξων στόχων των αρχών για το κλίμα και τη διευκόλυνση της πράσινης μετάβασης. Δεδομένης της κυριαρχίας των ορυκτών καυσίμων στον ενεργειακό εφοδιασμό, η ισχυρή εφαρμογή του πλαισίου πολιτικής για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για τον εξορθολογισμό του πλαισίου αδειοδότησης για νέες επενδύσεις και την καλύτερη ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε ένα αναβαθμισμένο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας, θα επιτάχυνε την πρόοδο ενώ θα ενίσχυε την ενεργειακή ασφάλεια.

Οι αρχές θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο αύξησης της τιμολόγησης του άνθρακα (συμπεριλαμβανομένων των ειδικών φόρων κατανάλωσης και των τελών) σε τομείς όπως οι μεταφορές, για να δώσουν περαιτέρω κίνητρα για την ταχεία και αποτελεσματική πράσινη μετάβαση καθώς η τιμή της ενέργειας συνεχίζει να ομαλοποιείται.